Άνοιγμα αρχείου
Ταξίδι στο κέντρο της γης
Πηγή
http://www.lettre.gr/letter/index.html
Κείμενο: Μαρία Αθανασίου
Το μεγαλύτερο σε έκταση κρατίδιο της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και το δεύτερο σε αριθμό κατοίκων είναι μία από τις πιο γραφικές και πλούσιες περιοχές στην Ευρώπη. Στον Βορρά ο Δούναβης, στον Νότο οι Αλπεις είναι τα φυσικά της σύνορα, ενώ στις όχθες του Ιζάρ βρίσκεται το Μόναχο, η όμορφη πρωτεύουσά της.Μια περιοχή με βουνά, λίμνες, ποτάμια, ιστορικά αξιοθέατα και τουριστικά θέρετρα, πόλεις και γοητευτικά χωριά. Ποιος δεν θυμάται τα ειδυλλιακά τοπία της Βαυαρίας στην κινηματογραφική ταινία με θέμα την Ελισάβετ της Αυστρίας, τη γνωστή μας «Σίσσυ» που καταγόταν απ' αυτά τα μέρη. Δεν είναι τυχαίο που ένας στους τρεις Γερμανούς υποστηρίζουν ότι θα προτιμούσαν να ζουν σ' αυτή την περιοχή και ειδικά στη Νότια Βαυαρία. Σε αυτό, προσθέστε το ήπιο, γενικά κλίμα, εκτός του κρύου χειμώνα που συνέβαλε και στην ποικιλομορφία των εδαφών, αλλά και τις όμορφες μέρες που επικρατούν κατά μεγάλα διαστήματα χειμώνα - καλοκαίρι, που έχουν το χρώμα και τη διαύγεια της Μεσογείου. Ως περιοχή είναι τόσο ξεχωριστή, ώστε οι ξένοι μπερδεύονται, θεωρώντας την ιδιαίτερο τμήμα της Γερμανίας, ενώ οι ίδιοι οι Βαυαροί τη θεωρούν ανεξάρτητη πολιτισμική ενότητα με πολιτική ταυτότητα, ιδιαίτερη φυσιογνωμία και ιστορική διαδρομή.
Αυτόνομο κρατίδιο από το 1253, αποτέλεσε το μεγαλύτερο δουκάτο της Γερμανίας με πρωτεύουσα το Μόναχο, υπό την ηγεμονία των Βίτελσμπαχ, μιας μεγάλης δυναστείας που επικράτησε ώς το 1918, χωρίς να λησμονούμε ότι η Βαυαρία υπήρξε επί αιώνες προπύργιο του γερμανικού καθολικισμού. Η έντονη εξάρτηση, άλλωστε, μεταξύ θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας είναι ολοφάνερη μέχρι και σήμερα στην αισθητική αντίληψη της διακόσμησης ιστορικών κτιρίων, όπως σε αββαεία, μπαρόκ εκκλησίες και ανάκτορα.
Μια κοινωνία κατά βάθος συντηρητική, αλλά με ρομαντική διάθεση και ανυπότακτο πνεύμα. Ακόμα και σήμερα, είναι πολλά εκείνα που τη διαφοροποιούν από την υπόλοιπη Γερμανία. Οπως η διάλεκτος, η επίσημη και η λαϊκή τέχνη, η ίδια η νοοτροπία τους, τα τόσα ήθη και έθιμα. Ως προς αυτά μάλιστα, η Βαυαρία είναι ένα αληθινό θησαυροφυλάκιο λαϊκών παραδόσεων που ο χρόνος λες και τις κλείδωσε εκεί για να τις προστατεύσει. Ολα αυτά συνθέτουν μια συνοπτική εικόνα για τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του βαυαρικού λαού, ενώ πολλά από τα καλλιτεχνικά πρότυπα της περιοχής αναπτύχθηκαν στους κόλπους της αυλής των ανακτόρων κυρίως του Μονάχου, που έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο ως διοικητικό και πνευματικό κέντρο της Βαυαρίας.
Απ' όλες τις περιοχές, εκείνη που σίγουρα ξεχωρίζει είναι η λεγόμενη Ρομαντική οδός, η Romantischen strasse στα Γερμανικά, στο νοτιότερο τμήμα της οποίας θα βρεθούμε όχι μακριά από τα αυστριακά σύνορα. Εκτείνεται από Βορρά προς Νότο σε μια απόσταση 366 χιλιομέτρων από το Wurzburg ώς τη μεσαιωνική πόλη του Fssen, περνώντας από τον Δούναβη. Οφείλει το όνομά της στην εντύπωση που δημιούργησε στους συμμάχους -και ειδικά στους Αμερικανούς- οι οποίοι μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου είχαν υπό τον διοικητικό τους έλεγχο τούτο τον τομέα, καθώς κατά μήκος του άξονα αυτού υπάρχουν δεκάδες πανέμορφα χωριά και πόλεις με ρομαντικό χαρακτήρα.
Στο νοτιότερο τμήμα του δρόμου αυτού, ανάμεσα στις Βαυαρικές Αλπεις, βρίσκονται τέσσερις μοναδικού χαρακτήρα περιοχές, οι οποίες συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον χιλιάδων τουριστών κάθε χρόνο: τα κάστρα του Λουδοβίκου στο Νοϊσβανστάιν και το Λίντερχοφ, το χωριό του Ομπεραμεργκάου και το Γκάρμις, μαγευτικό χειμερινό θέρετρο για τους λάτρεις του σκι και όχι μόνο.
Νοϊσβανστάιν
Είτε έρχεστε από το Μόναχο (130 χλμ.) είτε από το Τιρόλο της Αυστρίας (στα 40 χλμ. περίπου), τα βήματά σας θα σας οδηγήσουν εδώ. Σε μια περιοχή που νομίζεις πως ξεπήδησε από εικονογραφημένο ημερολόγιο ή καλύτερα από εικονογραφημένο παιδικό παραμύθι. Βλέποντάς την από κοντά, θα καταλάβετε το λόγο. Ζούσε λοιπόν κάποτε, σε τούτα εδώ τα μέρη, ένας ονειροπόλος βασιλιάς, που δεν ήθελε όμως να βασιλέψει. Ζούσε σ' ένα ιπποτικό κάστρο ψηλά σ' ένα λόφο, περιτριγυρισμένο από βουνά με πυκνό δάσος και δύο μεγάλες λίμνες. Στη μία έβρισκαν καταφύγιο οι κύκνοι τον παγωμένο χειμώνα, στην άλλη που πάγωνε, γλιστρούσαν τα έλκηθρα των παιδιών. Είχε κήπους ολόγυρα γεμάτους από σπάνια βλάστηση, ζώα και πουλιά. Αγαπούσε την τέχνη, λάτρευε τη μουσική κι έχτιζε τον ένα πύργο πίσω από τον άλλο.
Ετσι ή κάπως έτσι, σαν σε παραμύθι, μπορούσε κανείς να περιγράψει τον τόπο αυτό αλλά και την αινιγματική φυσιογνωμία του Λουδοβίκου του Β΄, κυρίαρχη μορφή στη Βαυαρία στα μέσα του 19ου αιώνα.
Σαν τόπος, θυμίζει τα μέρη όπου οι Γερμανοί παραμυθάδες εμπνεύστηκαν τις υπέροχες ιστορίες τους, βλέποντας κοντά σε πρίγκιπες και βασιλιάδες κάστρα με πλούτο, δάση με βαλκυρίες και άλλα μυθικά πλάσματα -όπως οι νιμπελούνγκεν, τα παιδιά της ομίχλης, μέρος του λαϊκού γερμανικού έπους- που ενέπνευσαν τη διακόσμηση των κάστρων, αλλά και τις όπερες του Βάγκνερ, με τον οποίο ο μυθικός αυτός βασιλιάς συνδεόταν και τον οποίο υποστήριξε.
Δεν προλαβαίνεις να φτάσεις και ανάμεσα στα βουνά και τις δύο πανέμορφες λίμνες, στο ομιχλώδες τοπίο του κατάφυτου δάσους, το βλέμμα πέφτει πάνω στη μυστηριακή σιλουέτα των πύργων, ενός εκπληκτικού κτίσματος, καλυμμένου από χιόνι. Εκθαμβος κοιτάζεις και σκέπτεσαι ότι μάλλον ζεις σε όνειρο! Είναι ίσως το πιο διάσημο κάστρο στον κόσμο, το πρώτο από τα τρία συνολικά του Λουδοβίκου. Εκείνο που μάγεψε και χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για ένα άλλο, με καθαρά εμπορικό χαρακτήρα: το κάστρο - σήμα κατατεθέν του Ντίσνεϊ. Μόνο που όπως είπαμε εδώ μέσα, εκτός από Ιππότες, έζησε για λίγο, γύρω στις 170 μέρες -όπως λένε- ένας πραγματικός βασιλιάς, με ευαισθησίες και αδυναμίες, αλλιώτικος από τους άλλους.
Φαντάστηκε αυτό το ανάκτορο σαν ένα γιγαντιαίο σκηνικό, που θα μπορούσε να «χωρέσει» τον κόσμο της γερμανικής μυθολογίας και των θρύλων. Οπως και για τόσα άλλα μεγαλεπήβολα σχέδια που έκανε, ο πύργος αυτός ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Αρχισε να επισκευάζει το παλαιότερο κάστρο που βρισκόταν εκεί το 1869, σε σχέδια ενός σκηνογράφου και όχι αρχιτέκτονα: του Κρίστιαν Γιανκ, ο οποίος σχεδίασε και το Λίντερχοφ στα πρότυπα του ρομαντικού ρυθμού που επικρατούσε την εποχή εκείνη στην Ευρώπη, και αφού ο ίδιος ο Λουδοβίκος είχε επισκεφθεί τα κάστρα της Θουριγγίας. Δεκάδες χώροι μαρτυρούν την εκκεντρικότητα του ανθρώπου αυτού. Χώροι όπου συνυπάρχουν όλα τα γνωστά είδη τέχνης επί της γης: από τον βυζαντινό ρυθμό, με την αψίδα στην αίθουσα του θρόνου, τα βιτρό και τις αναγεννησιακού τύπου συνθέσεις με μυθολογικά κυρίως θέματα, προσαρμοσμένα στο ρομαντικό ιδεώδες, ώς τις νεογοτθικού στυλ κρεβατοκάμαρες. Και από εκεί ώς τις μπαρόκ και τις ξύλινες επενδύσεις των τοίχων, που φτάνουν στην υπερβολή και το κιτς. Οι αίθουσες σε ύφος ροκοκό με τα χαρακτηριστικά γύψινα και ζωγραφιστά μοτίβα εντυπωσιάζουν.
Παντού η σφραγίδα ντόπιων τεχνητών, βιρτουόζων στο είδος τους. Λέγεται μάλιστα ότι η κατασκευή του κάστρου, όπως και εκείνη του Λίντερχοφ με τους γαλλικής και ιταλικής έμπνευσης κήπους, ολόγυρα, συνδυάστηκε έτσι ώστε να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της απασχόλησης για εκατοντάδες ανθρώπους, καθώς η ανεργία μάστιζε τη χώρα γύρω στα 1867.
Ισως να ακούμπησε εκεί και η αγάπη που έτρεφε και τρέφει ο βαυαρικός λαός στο άτομό του! Κάθε χρόνο στις 12 Σεπτεμβρίου, μια όμορφη γιορτή αφιερωμένη στη μνήμη του πραγματοποιείται εκεί κοντά στη λίμνη του Στάρνμπεργκ. Μια μικρή βάρκα κινείται στα γαλήνια νερά της λίμνης, προς τη βορειοανατολική ακτή, στο σημείο όπου εικάζεται ότι πνίγηκε τον Ιούνιο του 1886 - ή έδωσε τέλος ο ίδιος στη ζωή του σε ηλικία 42 ετών. Πριν φύγετε, επισκεφθείτε τα πανέμορφα μικρά χωριά Swangau και Horn στους πρόποδες του λόφου.
Το Λίντερχοφ
Πολύ κοντά στο Ομπεραμεργκάου και την περιοχή του Γκάρμις βρίσκεται το μικρότερο σε έκταση ανάκτορο του Λουδοβίκου, αλλά και το πλέον μεγαλοπρεπές. Είναι επίσης το μόνο που ολοκληρώθηκε, το 1878. Μέσα σ' ένα καταπληκτικό τοπίο, θεωρείται το κόσμημα της περιοχής. Κτίσθηκε πάνω στο πρότυπο των Βερσαλλιών, όπως και οι κήποι ολόγυρα. Απ' όλα τα παραμυθένια ανάκτορα, αυτό αποδεικνύει την επιρροή που είχε δεχτεί ο Λουδοβίκος από τον άλλο συνονόματό του, τον Γάλλο Λουδοβίκο τον 14ο.
Εσωτερικά, η χλιδή των χώρων σε στυλ γαλλικού μπαρόκ, που περιλαμβάνει ακόμα και αίθουσα κατόπτρων, είναι εντυπωσιακή. Εξω στους κήπους, η περίφημη σπηλιά θυμίζει, στον τρόπο διακόσμησης, εκείνη της Αφροδίτης στην Οπερα Τανχόιζερ του Βάγκνερ.
Ομπεραμεργκάου
Σε απόσταση 20 χιλιομέτρων βόρεια του Γκάρμις, και πριν καταλήξουμε εκεί, βρίσκεται το Oberammergau. Ενα πανέμορφο χωριό -φτιαγμένο λες από νεραϊδόσκονη- στους πρόποδες των Αλπεων, κατάλευκο τώρα το χειμώνα. Σε μια καταπράσινη κοιλάδα, την άνοιξη και το καλοκαίρι με κρεμαστά λουλούδια στα μπαλκόνια. Πρόκειται για ένα παραμυθένιο χωριό, διάσημο παγκοσμίως για τα υπέροχα ζωγραφισμένα από ντόπιους σπίτια και την αναπαράσταση των «Παθών» κάθε 10 χρόνια.
Περπατώντας για λίγο, θα τα δείτε όλα από κοντά: στους τοίχους ολόγυρα, θέματα θρησκευτικού περιεχομένου, δοσμένα με ρομαντικό τρόπο, βουκολικές αναπαραστάσεις από τη ζωή της υπαίθρου, την καθημερινότητα και κυρίως εικόνες από τον ονειρικό κόσμο των παραμυθιών και του γερμανικού θρύλου. Εχεις την αίσθηση ότι οι μέγιστοι των Γερμανών παραμυθάδων, οι αδελφοί Γκριμ, κατάγονται από εδώ (έστω και αν ο Γουλιέλμος και ο Ιάκωβος Γκριμ γεννήθηκαν στο Χανάου, κοντά στη Φρανκφούρτη): τόσο πολλές είναι οι αναπαραστάσεις των παραμυθιών τους εδώ, με πιο εντυπωσιακή τη γνωστή σε όλους μας ιστορία «Χάνσελ και Γκρέτελ», αποτυπωμένη με μοναδικό τρόπο στην πρόσοψη ενός μακρόστενου πανέμορφου σπιτιού του 19ου αιώνα, καθώς βγαίνουμε από το χωριό. Νομίζεις πως ανοίγονται μπροστά σου οι σελίδες ενός εικονογραφημένου βιβλίου παραμυθιών. Το είδος αυτό της ζωγραφικής αναπτύχθηκε αποκλειστικά στη Νότια Βαυαρία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, πλημμυρίζοντας με υπέροχες συνθέσεις και πολύ φωτεινά χρώματα τις προσόψεις των σπιτιών αλλά και άλλων κτιρίων. Η ανάγκη να δουλέψουν οι ζωγράφοι σε εξωτερικές επιφάνειες με γρήγορους ρυθμούς έδωσε στη ζωγραφική αυτή την ονομασία Luftmalerei - από τη λέξη Luft στα Γερμανικά, που σημαίνει καθαρός αέρας. Εφαρμόστηκε αρχικά στη διακόσμηση προσόψεων μπαρόκ κτιρίων στην Ιταλία και τη Νότια Γερμανία, όπου και γενικεύθηκε η χρήση της κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα. Αργότερα υιοθετήθηκε από μια κατηγορία εμπόρων αλλά και απλών αγροτών, ως ένδειξη πλούτου και ευμάρειας.
Στο μουσείο λαϊκής τέχνης μπορεί να δει κανείς ωραιότατα κομμάτια ξυλογλυπτικής, για τα οποία είναι πασίγνωστο αυτό το χωριό, όπως και σπάνια ζωγραφισμένα είδη, επίσης, πάνω σε ξύλο. Αλλά και αντικείμενα παλιάς υαλουργίας και μεταλλοτεχνίας.
Γκάρμις - Παρτενκίρχεν
Αυτή η πανέμορφη κωμόπολη, τελικός προορισμός μας, απέχει 19 χλμ. από το Ομπεραμεργκάου. Πρόκειται για το δημοφιλέστερο θέρετρο της Γερμανίας και ένα από τα πιο γνωστά χιονοδρομικά κέντρα στην Ευρώπη. Οφείλει τη φήμη του αφενός στην εξαιρετική τοποθεσία του στους πρόποδες της ψηλότερης κορυφής των γερμανικών Αλπεων, τη Zugspitze, σε 2.964 υψόμετρο, και αφετέρου, στο υπέροχο χωριό του. Είναι επίσης το μέρος που φιλοξένησε στα δύσκολα χρόνια του 1936 τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Ως περιοχή βρίσκεται ανάμεσα στην επιβλητική οροσειρά του Wetterstein και της πιο ήρεμης οροσειράς του Ammer, οι οποίες μαζί σχηματίζουν τα φυσικά σύνορα με την Αυστρία, που βρίσκεται μόλις 35 χιλιόμετρα από εκεί. Πριν από το 1936, η περιοχή ήταν άγνωστη στον πολύ κόσμο και χωρισμένη σε δύο τμήματα, το Γκάρμις και το Παρτενκίρχεν, ένα μικρό χωριό σε απόσταση μόλις ενός χιλιομέτρου το ένα από το άλλο. Τα δύο αυτά τμήματα ενώθηκαν τότε με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες και αποτέλεσαν μια ενιαία περιφέρεια. Το κέντρο του Γκάρμις αποτελείται σήμερα από πανέμορφα παλιότερα και νεότερα σπίτια και πανδοχεία στο κέντρο, ζωγραφισμένα με υπέροχες βουκολικές και βιβλικές παραστάσεις κατά το πρότυπο των σπιτιών στο Ομπεραμεργκάου. Λίγο ψηλότερα, εκεί που ξεκινάει η αλπική ζώνη, υπάρχουν υπέροχα ξενοδοχεία σε μορφή σαλέ, με όλες τις ανέσεις. Πολύ υψηλού επιπέδου εγκαταστάσεις βρίσκονται εκεί, όπως και στο βουνό με τις ατελείωτες οροσειρές και πίστες.
Το σκι αποτελεί το δυνατό σημείο της περιοχής, καταρχάς με τη βουνοκορφή του Zugspitze, στα 2.964 μέτρα, μία από τις ψηλότερες των Αλπεων, που περιλαμβάνει και έναν τομέα παγετώνων. Η κλασική περιοχή για σκι, το Alpspitze, βρίσκεται σε 2.050 υψόμετρο. Τέλος, υπάρχει και το Hausberg, στα 1.340 μέτρα. Η μεταφορά προς τις κορυφές των βουνών γίνεται με τρένο, με τελεφερίκ και καμπίνες. Από το Garmisch, πρώτα με τρένο, φτάνεις στο πλατό του Zugspitze που παραμένει ανοικτό από τον Οκτώβριο ώς τον Απρίλιο. Μετά, με το τελεφερίκ φτάνεις ώς την κορυφή, στην οποία βρίσκεται ο μετεωρολογικός σταθμός -ο σημαντικότερος της Γερμανίας- κι ένα καταπληκτικό εστιατόριο με τεράστια γυάλινα παράθυρα ολόγυρα, από όπου ένα εκπληκτικό θέαμα απλώνεται γύρω σας. Μέχρι εκεί που πάει το μάτι, βλέπεις τις οροσειρές των Αλπεων να διαπερνούν την Αυστρία και την Ελβετία, και ύστερα να χάνονται κάπου βαθιά μέσα στο γαλλικό έδαφος. Σαν ψέμα!
ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ
Ανάμεσα στις περιοχές
• Το Garmisch-Partenkirchen απέχει από το Μόναχο με τρένο μιάμιση ώρα. Τα τρένα αναχωρούν ανά ώρα. Το κόστος είναι 15,50 ευρώ το άτομο, ενώ ειδικό πακέτο εισιτηρίου -πιο οικονομικό- προβλέπεται με επιστροφή.
• Με λεωφορείο από το Μόναχο: υπάρχει πολύ ανεπτυγμένο δίκτυο. Το RVO, η γραμμή 9606, ξεκινάει από το Μόναχο για το Fssen, στη Νότια Βαυαρία, με ενδιάμεσους σταθμούς στο Oberammergau, τα κάστρα γύρω από το Neuschwanstein και το Garmisch.
• Οδικώς, με αυτοκίνητο, η Autobahn A95 συνδέει το Μόναχο με την όλη περιοχή. Η διαδρομή είναι εκπληκτική.
• Το Oberammergau απέχει 20 χιλιόμετρα από το Garmisch.
• Το Linderhof είναι 13 χιλιόμετρα δυτικά του Oberammergau και 26 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Garmisch.
ΠΟΤΕ ΝΑ ΠΑΤΕ
Το χειμώνα η Βαυαρία είναι μαγική. Τα χιονοδρομικά κέντρα αποτελούν την αφορμή, τα γοητευτικά χωριά, την πρόκληση.
Την άνοιξη και το καλοκαίρι πάλι, το τοπίο μεταμορφώνεται σε πράσινη συμφωνία. Κατάφυτες οι περιοχές από λουλούδι, όπου και να κοιτάξεις. Τα ξενοδοχεία είναι πολύ φθηνότερα και ο κόσμος μπορεί να κινηθεί πιο άνετα.
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
GARMISCH
• Γραφείο Τουρισμού: www.garmisch-partenkirchen.de
• Πληροφορίες γύρω από το βουνό (συνθήκες, μαθήματα σκι κ.λπ.) στη διεύθυνση: Deutscher Alpenverein: www.alpen-verein-ga-pa.de
Sport Total: www.ageutursport-total.de
Με την κάρτα Happy Ski Pass, για 3 μέρες μίνιμουμ, για ενηλίκους και παιδιά. 85 ευρώ και 55 ευρώ αντίστοιχα, για όλες τις πίστες.
OBERAMMERGAU
• Το περίφημο μουσείο λαϊκής τέχνης είναι ανοιχτό καθημερινά εκτός Δευτέρας, 10.00 - 17.00.
• Το ανάκτορο του Linderhof και το κάστρο του Neuschwanstein είναι ανοιχτά από 10.00 - 16.00 από Οκτώβριο έως Μάρτιο και 09.00 - 18.00 από Απρίλιο έως Σεπτέμβριο.
ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΑ EVENTS
Πολλά είναι τα happenings τα οποία πραγματοποιούνται τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Από μεγάλους αγώνες σκι στις πίστες καταβάσεων έως συναυλίες και εκθέσεις. Οι τελευταίες οργανώνονται σχεδόν καθημερινά στα ιστορικά κτίρια, εκκλησίες και πρώην μοναστηριακά ιδρύματα.
Πληροφορίες στο: lichtenstern@don-bosco-jh.de Τηλ.: 08857/88350
ΤΙ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ
Οι ώρες λειτουργίας των καταστημάτων είναι από τις 09.00 ώς τις 20.00. (1) Τα μικρά καταστήματα, ιδιαίτερα στα λιγότερο εμπορικά σημεία, συνήθως κλείνουν το μεσημέρι και ανοίγουν στις 18.00. (2) Στα καταστήματα του Ομπεραμεργκάου και του Γκάρμις θα βρείτε υπέροχα αντικείμενα σε ξύλο, αλλά και είδη μεταλλοτεχνίας, κεραμικής. Τοπικά αλκοολούχα ποτά, παραδοσιακές βαυαρέζικες ενδυμασίες και άλλα αξεσουάρ, μαζί με τα χριστουγεννιάτικα είδη, πολλά από γυαλί, πανέμορφα και κάποια πανάκριβα, φτιαγμένα σε τοπικές βιοτεχνίες και όχι στην Κίνα. Αντικείμενα από φυσητό ή ζωγραφιστό γυαλί και βέβαια από πορσελάνη. Τέλος αδύνατον να φύγετε χωρίς να έχετε αγοράσει τουλάχιστον ένα διακοσμητικό ποτήρι μπίρας, που ρέει άφθονη εδώ.
ΤΙ ΘΑ ΦΑΤΕ
Θα πρέπει μάλλον να έχετε κάνει ειδική δίαιτα για να αντιμετωπίσετε την πλούσια κουζίνα της Βαυαρίας! Θα βρείτε πολλά και διαφορετικά πιάτα σε καταπληκτικές τιμές. Ως «πρόχειρο» πιάτο, έρχεται μια τεράστια πιατέλα με χοιρινά λουκάνικα, βραστά ζαμπόν, όλων των ειδών τα ψωμιά, ψητό, πατέ, σαλάμι, τουρσί, με λαχανικά και άλλα. Θα βρείτε πιάτα ημέρας όπως:
• Knodel, πατατοκεφτεδάκια.
• Σνίτσελ βέβαια, που περισσεύουν από το πιάτο, σε μερίδες προορισμένες για 3, όχι για 2 άτομα.
• Reiber datschi: πατάτα με κρεμμύδι φτιαγμένο σαν τηγανητό κεφτεδάκι.
• Leber Kase: κρέας στο φούρνο.
• Spezl: μακαρόνι χειροποίητο με κρέας, σάλτσα, βραστά λαχανικά.
Και βεβαίως, εκτός από το νερό, θα κολυμπήσετε και στην μπίρα. Ολα τα ξενοδοχεία έχουν εστιατόρια, ανοιχτά σε όλους, συμπεριλαμβανομένων εννοείται και των πελατών που διαμένουν εκεί. Υπάρχουν εξαιρετικά καφέ μέσα στην πόλη, ανάμεσα σε αυτά το Kronner και το Pavillon, και τα δύο παραδοσιακά.
Πηγή
http://trans.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_taxworld_100094_07/01/2008_217432ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΛΟΥΠΑΚΗ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΝΙΚΟΣ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ
Συνδέοντας την «αφανή» παραλία Σαράντη με το κοσμοπολίτικο Λουτράκι, κινούμαστε σε τρεις νομούς και ανακαλύπτουμε τη γοητεία των διαδρομών με θέα στη θάλασσα, όταν οι ακτές αδειάζουν.
Θάλασσα από εδώ δεν φαίνεται, όμως τα χτισμένα στους πρόποδες (250 μ.) του Ελικώνα Χώστια είναι ένας περιποιημένος ορεινός οικισμός, με τον αναπαλαιωμένο νερόμυλο στην είσοδό του να αποτελεί το πιο γραφικό κτίσμα. Ζητώ από την πρόεδρο των Χωστίων να μου ανοίξει τις πόρτες του, για να δω τα επιτεύγματα της παραδοσιακής... μηχανολογίας, που βασιζόταν στην απολύτως φιλική προς το περιβάλλον δύναμη του νερού. Μύλος, ελαιοτριβείο και άλλα πολλά σε έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα χώρο, που χρειάζεται ελάχιστες πινελιές για να λειτουργήσει ως μουσείο-πόλος έλξης επισκεπτών.
Το άγαλμα του συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα στη μικρή πλατεία, στα αριστερά καθώς διασχίζει κανείς τα Χώστια, αναγγέλλει στους μη γνωρίζοντες ότι το ήρεμο χωριό είναι η πατρίδα μιας μεγάλης μορφής της μουσικής. Εφυγε σε σχετικά μικρή ηλικία, όμως πρόφτασε να αφήσει το στίγμα του ως μέλος της Δεύτερης Βιεννέζικης Σχολής.
Λίγο πιο πέρα, στο φούρνο, ο ανεφοδιασμός με... καύσιμα συνοδεύεται με την ικανοποίηση της όσφρησης που μόνο το παραδοσιακό χωριάτικο ψωμί μπορεί να προσφέρει.
Εναλλαγή βουνού και θάλασσας
Επόμενος σταθμός μου η Μονή του Οσίου Σεραφείμ. Η επιλογή μου -το τετρακίνητο Skoda Yeti- τώρα δικαιώνεται, σκέφτομαι καθώς οδηγώ τα περίπου 10 ανηφορικά χιλιόμετρα που χωρίζουν το όμορφα ανακαινισμένο μοναστήρι από την άσφαλτο. Εχω ήδη οπτική επαφή με τον Κορινθιακό και την παραλία Σαράντη, που με περιμένει, κάτω, στο βάθος. Προς το παρόν, όμως, την προσοχή μου τραβάει ένα μεγάλο τεχνικό έργο, το βάθους πέντε μέτρων τσιμεντένιο κανάλι που μεταφέρει το νερό από τον Εύηνο και τον Μόρνο στην Αθήνα. Με ποτάμι μοιάζει από ψηλά, διαμορφώνοντας με τον τρόπο του την αισθητική του τοπίου, επί της ουσίας όμως εκείνο που μετράει είναι τα δεκαέξι κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο που ξεδιψούν την πρωτεύουσα...
Η ταμπέλα στην είσοδο του μοναστηριού με εκπλήσσει: απαγορεύεται η είσοδος στις γυναίκες! Ναι, ο Οσιος Σεραφείμ είναι ένα ιδιαίτερο μοναστήρι, στο οποίο αναλαμβάνει να με ξεναγήσει ο ηγούμενος γέροντας Παχώμιος. Οι καπνισμένες αγιογραφίες του καθολικού σχετίζονται με το γεγονός ότι εδώ έβρισκαν καταφύγιο οι αντάρτες στη διάρκεια της Κατοχής, ενώ στην ιστορία της μονής, που αρχίζει τον 16ο αιώνα, το αποτύπωμά του έχει αφήσει και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο οποίος κατέφυγε εδώ αρκετές φορές.
Κατηφορίζοντας προς τη σχετικά άγνωστη παραλία Σαράντη, τα σχόλια για τη θέα προς τη θάλασσα είναι περιττά. Ο μικρός οικισμός είναι ανεπτυγμένος σε αυστηρά τετράγωνα: τον διασχίζω μέχρι να φτάσω στην όμορφη παραλία με τα βοτσαλάκια, που αναπαύεται στο μυχό του μικρού κόλπου, ο οποίος παραπέμπει σε φυσικό λιμάνι. Η κατάβαση αξίζει ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα, αφού εδώ λειτουργούν ταβέρνες και ενοικιαζόμενα δωμάτια όλο το χρόνο. Αρκεί να αναζητάς την ηρεμία και να αποδέχεσαι τη λιτότητα. Οσο για τα ερείπια της αρχαίας βοιωτικής πόλης Κορσιαί, χρειάζεται υπομονή και επιμονή για να τα εντοπίσει κανείς... Και, βεβαίως, να είναι κατάλληλα ντυμένος - αθλητικά παπούτσια ή μποτάκια, μακρύ παντελόνι, μακρυμάνικο πουκάμισο.
Αποχαιρετώ τη θάλασσα και βρίσκομαι ξανά στις πλαγιές του βουνού, οδεύοντας προς το αττικό κομμάτι του Κορινθιακού. Θίσβη και Δομβραίνα, κολλητά η μία στην άλλη, σε πολύ μικρή απόσταση από τον Πρόδρομο. Βγαίνοντας από τη Δομβραίνα, θα αναζητήσω τον πύργο του Καραϊσκάκη, ακολουθώντας σε πρώτη φάση τις ταμπέλες που δείχνουν προς Μονή Μακαριώτισσας. Η προτομή του μεγάλου ήρωα της Επανάστασης στέκει εδώ για να θυμίζει τη μάχη της Δομβραίνας στις 26 Οκτωβρίου 1826, τότε που ο Καραϊσκάκης κατάφερε να βάλει φραγμό στη δυνατότητα ανεφοδιασμού του στρατού του Κιουταχή, ο οποίος βρισκόταν στην Αθήνα.
Συνεχίζω προς Ξηρονομή και Ελλοπία, παίρνω μια γερή γεύση του βοιωτικού κάμπου και φτάνω στις Πλαταιές, στον τόπο όπου δόθηκε η μεγάλης ιστορικής σημασίας μάχη. Κάνω μια στάση στον παραμελημένο αρχαιολογικό χώρο. Εκεί, δίπλα στο δρόμο, συναντώ τα ερείπια του οχυρωματικού περιβόλου της αρχαίας πόλης, που έφτανε σε μήκος τα 4,5 χλμ. Προσπαθώ να αντιληφθώ τη γεωγραφία της μάχης που τον Αύγουστο του 479 π.Χ. έκοψε για πάντα τα φτερά των Περσών, οι οποίοι έκτοτε ουδέποτε επιχείρησαν να επιτεθούν στην Ελλάδα. Στο χώρο αυτόν, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Παυσανίας κατέκτησε την αιωνιότητα, επικεφαλής των 39.000 Λακεδαιμονίων, Αθηναίων, Κορινθίων, Μεγαρέων κ.ά. που κατάφεραν να διαλύσουν τον τεράστιο (αποτελούμενο από 250.000 άνδρες) στρατό του Μαρδόνιου. Σήμερα, πάνω από τον αρχαιολογικό χώρο πετούν οι φίλοι του αεραθλητισμού, κατά κύριο λόγο με αλεξίπτωτο πλαγιάς, έχοντας ως αφετηρία τις πλαγιές του Κιθαιρώνα.
Λίγο αργότερα, το Yeti κινείται προς Ερυθρές και σειρά έχουν τα πνιγμένα στο πράσινο Βίλια. Μπορεί κανείς να τα αποφύγει ακολουθώντας την παράκαμψη προς παραλία (Πόρτο Γερμενό και Ψάθα), αν όμως κάνει το... λάθος και μπει στο χωριό, η μυρωδιά της ψησταριάς θα του σπάσει τη μύτη και το πιθανότερο είναι να υποκύψει στον πειρασμό να καθίσει σε κάποια ταβέρνα. Μια στάση στα Βίλια αξίζει και για δύο ακόμα λόγους: πρώτον, γιατί είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε και περνούσε τα καλοκαίρια της νιότης της η Ελλη Λαμπέτη και, δεύτερον, γιατί η μεγάλη εκκλησία του χωριού, η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σχεδιάστηκε από τον Ερνέστο Τσίλλερ και είναι πραγματικό στολίδι.
Από τα Βίλια οι επιλογές για διαδρομές είναι τρεις - και αποφασίζω να τις απολαύσω και τις τρεις. Η πρώτη με οδηγεί στην κορυφή του Κιθαιρώνα (Προφήτης Ηλίας, 1.409 μ.), εκεί όπου βρίσκονται οι εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις της Αεροπορίας, και απολαμβάνω μια μοναδική πανοραμική θέα όχι μόνο προς τον Κορινθιακό, αλλά και προς ολόκληρη τη Βοιωτία. Η δεύτερη με φέρνει στα αρχαία Αιγόσθενα, στο σημερινό Πόρτο Γερμενό, όπου βρίσκεται το καλύτερα διατηρημένο αρχαίο κάστρο της Ελλάδας. Η τρίτη καταλήγει στην Ψάθα, τη μεγάλη παραλία που βουλιάζει από κόσμο το καλοκαίρι. Από εδώ ξεκινά μια μοναδικής ομορφιάς διαδρομή, πάντα δίπλα στην ακτή, με τα πεύκα να κατηφορίζουν από τον Πατέρα και τα Γεράνεια και να φτάνουν μέχρι κάτω, λες και θέλουν να πιουν θαλασσινό νερό. Στο Σχίνο αποχαιρετώ τη θάλασσα για να χωθώ στο βουνό και, περνώντας από τα Πίσια, να καταλήξω πρώτα στην Περαχώρα και ύστερα στο Λουτράκι.
Δίολκος: ένα μοναδικό επίτευγμα
Απολαμβάνοντας την εμπειρία των ιαματικών λουτρών στις πισίνες των ολοκαίνουργιων εγκαταστάσεων του Δημοτικού Υδροθεραπευτηρίου Λουτρακίου, στο μυαλό μου στριφογυρίζει ο αρχαίος Δίολκος. Γυρνώ πίσω, στο 500 π.Χ., και φαντάζομαι το ξύλινο πλοίο να πλησιάζει εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η βυθιζόμενη γέφυρα της Ποσειδωνίας, να «κάθεται» στα δύο ειδικά βαγόνια-πλατφόρμες και στη συνέχεια οι κωπηλάτες να κατεβαίνουν για να τραβήξουν όχι κουπί, αλλά σχοινί, προκειμένου να σύρουν για περίπου 8 χιλιόμετρα το πλοίο μέχρι την άλλη πλευρά του Ισθμού, στον Σαρωνικό κόλπο. Οι αυλακώσεις που άφηναν οι τροχοί πάνω στον πέτρινο αυτό δρόμο είναι ακόμα εμφανείς, ιδιαίτερα στο κομμάτι του Δίολκου που βρίσκεται καλά προστατευμένο στο χώρο της Σχολής Μηχανικού του Ελληνικού Στρατού.
Αν και για το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού έχουν γραφτεί πολλά, δεν μπορώ να μην απορώ με τα έργα των αρχαίων ημών προγόνων. Οχι μόνο γνώριζαν γεωγραφία και είχαν αντιληφθεί τη σημασία τού να αποφεύγουν τον περίπλου ολόκληρης της Πελοποννήσου, αλλά κατάφεραν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν ένα τεράστιο έργο με προσοχή στη λεπτομέρεια. Παράδειγμα, οι τοποθετημένες στις στροφές έξτρα πέτρες, ώστε να μην κινδυνεύουν να ανατραπούν οι πλατφόρμες (αφού τη δόξα της ανακάλυψης του διαφορικού οι αρχαίοι Ελληνες την άφησαν σε άλλους). Αλλη σημαντική λεπτομέρεια: ο Δίολκος δεν είναι ευθύγραμμος, όπως η Διώρυγα (που έχει μήκος 6 χιλιόμετρα), γιατί στην ευθεία προκύπτουν ανωφέρειες και κατωφέρειες με υψομετρική διαφορά 80 μέτρων, ενώ, παρακάμπτοντας τα υψώματα, κινούνταν κατά κύριο λόγο σε ίσιωμα. Ο αρχαίος αυτός δρόμος για την από ξηράς μεταφορά πλοίων χρησιμοποιήθηκε για περίπου 1.500 χρόνια, μέχρι την εποχή του Βυζαντίου.
Είναι όμως να απορεί κανείς και με το «μεγαλείο» των σύγχρονων Ελλήνων... Πόσοι γνωρίζουν τον Δίολκο; Πόσοι τον έχουν επισκεφτεί; Πάνω απ' όλα: Σε τι κατάσταση είναι ο Δίολκος, πολλές δεκαετίες μετά την πρώτη ανασκαφή του; Γιατί δεν έχει ανασκαφεί και ο υπόλοιπος και δεν έχει αναδειχτεί (ένα τμήμα του έστω) σε επισκέψιμο μνημείο; Μπορεί -προς τιμήν της- η Σχολή Μηχανικού να ανοίγει τις πόρτες στα σχολεία, αλλά αυτό δεν αρκεί. Γιατί να είναι πασίγνωστο το Λουτράκι για τα ιαματικά λουτρά και το καζίνο και να μην είναι γνωστό και για τον Δίολκο;
Ευτυχώς, η Αρχαία Κόρινθος και ο Ακροκόρινθος είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Σε μικρή απόσταση από το Λουτράκι, αποτελούν πάντα μια αφορμή για να συνδυάσεις τη βόλτα, το αγνάντεμα της διώρυγας πάνω από τη γέφυρα που περνάει η παλιά εθνική οδός και την αναδρομή στην ιστορία.
Τη διαδρομή Λουτράκι - Περαχώρα - Λίμνη Βουλιαγμένης (Ηραίου) τη θυμάμαι να περιλαμβάνεται στο «μενού» πολλών σχολικών και εξωσχολικών εκδρομών, από μικρό παιδί. Οδηγώ απολαμβάνοντας για άλλη μια φορά τη μοναδική θέα προς τον Κορινθιακό. Στο δεξί μου χέρι νεαρά πεύκα, σημάδι της αναγεννητικής προσπάθειας της φύσης, που αγωνίζεται να επουλώσει τις πληγές της μεγάλης πυρκαγιάς του '86. Ανεξαρτήτως εποχής, η εικόνα των μικρών και μεγάλων παραλιών στα αριστερά δεν παύει να συγκινεί, ενώ στο βάθος, με καθαρό καιρό, διακρίνεται ο φάρος στο Μελαγκάβι. Στη διαδρομή συναντώ αρχικά την Περαχώρα και στη συνέχεια τη λίμνη Ηραίου, αυτή την ιδιόρρυθμη, περικυκλωμένη από πεύκα και ελιές, λιμνοθάλασσα με τη μικρή διέξοδο προς τον Κορινθιακό, που αποτελεί χάρμα οφθαλμών χειμώνα-καλοκαίρι.
Ηλιοβασίλεμα στο φάρο, παρατηρώ από μακριά το ζευγαράκι που περιμένει το τέλος της ημέρας για να αποσυρθεί και ακούω τον Νίκο, τον φωτογράφο, να με «κατηγορεί» ως ρομαντικό. Πάντα μου άρεσαν και οι φάροι και τα ηλιοβασιλέματα και θεωρώ ότι αξίζει να ζει κανείς τέτοιες στιγμές. Πολύ περισσότερο όταν δεν χρειάζεται να «ξενιτευτεί». Η Αθήνα δεν είναι μακριά, πας και έρχεσαι ακόμα και αυθημερόν, ενώ το Λουτράκι είναι δίπλα, μόλις 20 λεπτά δρόμο.
Memo
ΜΕΤΑΒΑΣΗ
• Από Αθήνα για Πρόδρομο ακολουθείτε την εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας και στο 80ό χλμ. στρίβετε προς Θήβα και Χιονοδρομικό Κέντρο Παρνασσού. Στη συνέχεια κατευθύνεστε προς Θεσπιές, Δομβραίνα και Πρόδρομο. Για τα 130 χλμ. της διαδρομής θα χρειαστείτε το πολύ δύο ώρες. Από τον Πρόδρομο η παραλία Σαράντη απέχει 7 χλμ. (10΄- 15΄) και η Μονή Οσίου Σεραφείμ 11 χλμ. (15΄- 20΄).
• Αν θέλετε από την Αθήνα να πάτε απευθείας στο Λουτράκι, δεν θα χρειαστείτε περισσότερο από 1 ώρα (90 χλμ.). Αν προορισμός σας είναι τα Βίλια, θα διανύσετε 54 χλμ. από την Αθήνα (μέσω Μάνδρας και Οινόης - παλιά εθνική οδός Θήβας). Από τα Βίλια η κορυφή του Κιθαιρώνα απέχει 11 χιλιόμετρα (15΄- 20΄).
* Εχετε υπόψη ότι το Λουτράκι διαθέτει πλέον παρακαμπτήριο δρόμο, που όμως δεν έχει σαφή είσοδο από την πλευρά της Αθήνας. Ρωτήστε πριν μπείτε στην πόλη.
ΦΑΓΗΤΟ
• Στην παραλία Σαράντη θα βρείτε τις ταβέρνες Το Θαλασσινό Μαγαζί, Στάθης και Μύλος.
• Στα Βίλια καθίστε στις ταβέρνες Ελατος και Λεστόρης για πιάτα της ώρας και σούβλα.
• Στα Πίσια, στο εξοχικό κέντρο Πλάτανος, δοκιμάστε παραδοσιακές πίτες (από 10 Σεπτεμβρίου έως 10 Ιουνίου ανοίγει μόνο τα Σαββατοκύριακα).
• Στην παραλία του Λουτρακίου (Λ. Ποσειδώνος) αναζητήστε τις ταβέρνες Μαϊστράλι και Ιχθυόεσσα (για ψάρι και ψαρομεζέδες), την ταβέρνα-ψησταριά Η Στρούγκα και το grill restaurant-café Βόσπορος.
ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ
Την ανάβαση στην κορυφή του Κιθαιρώνα. Πανοραμική θέα προς Κορινθιακό, Βοιωτία και Εύβοια, για μαθήματα γεωγραφίας επιτόπου. Στον Κιθαιρώνα υπάρχουν δύο ορειβατικά καταφύγια (ΕΟΣ Ελευσίνας: Τ/210-55.45.430, www.eoseleusinas.gr).
Τη διαδικασία βύθισης - ανάσυρσης της γέφυρας στη διώρυγα της Κορίνθου, είτε στην Ποσειδωνία (δίπλα υπάρχουν ίχνη του αρχαίου Δίολκου) είτε στα Ισθμια.
Τη Μονή του Οσίου Παταπίου, 14 χλμ. από το Λουτράκι, σε υψόμετρο 700. Είναι το κυριότερο θρησκευτικό κέντρο της περιοχής.
Την Αρχαία Κόρινθο. Στον αρχαιολογικό χώρο δεσπόζει ο ναός του Απόλλωνα, ενώ υπάρχουν και πολλά ευρήματα της ρωμαϊκής περιόδου. Λειτουργεί και μουσείο με πολύ ενδιαφέροντα εκθέματα (Τ/27410-31.443).
Τον Ακροκόρινθο, την οχυρωμένη ακρόπολη της αρχαίας και μεσαιωνικής Κορίνθου. Λόγω του ανάγλυφου της περιοχής, η περιήγηση στο κάστρο απαιτεί καλή φυσική κατάσταση (Τ/27410-31.207).
Το Δημοτικό Υδροθεραπευτήριο Λουτρακίου. Επειτα από μία μέρα κοπιαστικών περιηγήσεων, η χαλάρωση στις πισίνες του θα σας κάνει να ξανανιώσετε (Τ/27440-22.215).
ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ
Δήμος Θίσβης (Ελλοπία, Ξηρονομή, Δομβραίνα, Θίσβη, Πρόδρομος): 22640-22.206
Αστυνομικό Τμήμα Δομβραίνας: 22640-22.222
Δήμος Ειδυλλίας (Βίλια, Κριεκούκι, Πόρτο Γερμενό, Ψάθα, Αλεποχώρι): 22633-20.000
Λιμεναρχείο Πόρτο Γερμενό: 22630-41.491
Δήμος Λουτρακίου - Περαχώρας: 27440-69.000
Αστυνομικό Τμήμα Λουτρακίου: 27440-63.000
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΣΤΡΑΤΟΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ
Τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και βασική πηγή πλούτου, ζωής και πολιτισμού για τους παραλίμνιους πληθυσμούς, η Μικρή κυρίως αλλά και η Μεγάλη Πρέσπα αποτελούν υγρότοπους και βιότοπους διεθνούς σημασίας.Και χάρη στα νεροβούβαλα δεν απειλούνται πια με οικολογική καταστροφή.Κάποιοι έχουν πει ότι οι Πρέσπες ανήκουν στα πουλιά. Κάποιοι οι οποίοι αγαπούν τα πουλιά, τη Φύση και το μεγαλειώδες οικοσύστημα που δημιούργησαν οι αιώνες στην καρδιά των Βαλκανίων το είπαν αυτό. Κάνουν λάθος, όμως… Οι Πρέσπες, μια απίθανη κοιτίδα της άγριας ζωής, κατοικημένη εδώ και πολλούς αιώνες, ανήκουν και στους ανθρώπους τους! Και το αποτέλεσμα είναι μοναδικό και γοητευτικό. Γι' αυτό και κανείς δεν γίνεται να δει το τοπίο των Πρεσπών χωρίς την ανθρώπινη παρουσία. Γιατί μαζί προχώρησαν και δεν γίνεται να χωρίσουν…
Η συννεφιά είναι βαριά αυτό το πρωινό. Το χιονόνερο χτυπάει ρυθμικά τη λαμαρίνα του τζιπ και μέσα από τη θολούρα των τζαμιών διακρίνεται ένας ψαράς, με κίτρινη γυαλισμένη από το νερό νιτσεράδα, να αγκομαχάει στους μόλους των Ψαράδων κουβαλώντας το βαρύ τελάρο με τα χρυσοκόκκινα γριβάδια. Το ψάρεμα πήγε καλά, όπως συμβαίνει συνήθως, απ' ό,τι λένε οι ψαράδες. «Τα γριβάδια της Μεγάλης Πρέσπας είναι τα πιο νόστιμα, ενώ στη Μικρή έχουν μια μυρωδιά από χώμα», μου λέει ο Γερμανός, ο οποίος προμηθεύεται ψάρια για την ταβέρνα του. Τα ψάρια υπάρχουν άλλωστε πια σε αφθονία γιατί τα τελευταία χρόνια, και ιδίως την άνοιξη, ξαναβρίσκουν τα υγρά λιβάδια με τη χαμηλή υγρόφιλη βλάστηση όπου και γεννούν τα αυγά τους. Τα υγρά λιβάδια της Πρέσπας είναι ένας σημαντικός υγροβιότοπος, που περιορίστηκε όμως αρκετά όταν άρχισαν να αυξάνονται οι καλαμιώνες. Και όταν πληθαίνει το καλάμι, λιγοστεύει το ψάρι. Ολοι το γνωρίζουν αυτό. «Πρέπει να καούν καλαμιώνες για να γεννήσουν τα ψάρια», υποστηρίζει ο Τάκης Τρυφωνίδης, ο οποίος είναι ψαράς στη Μικρολίμνη.
Γιατί πληθαίνουν όμως οι καλαμιώνες; Γιατί άλλαξαν οι ανθρώπινες δραστηριότητες και κανείς δεν κόβει πια καλάμια για να τα χρησιμοποιήσει για στέγες, καρέκλες, καλάθια ή ζωοτροφές. Ακόμη και οι ψαράδες, που με τις ασχολίες τους βοηθούσαν στο να διατηρείται η ισορροπία στα υγρολίβαδα, λιγόστεψαν μαζί με τους κτηνοτρόφους. Σχεδόν όλοι στις Πρέσπες, από τη δεκαετία του '80 στράφηκαν στην εντατική μονοκαλλιέργεια του φασολιού. Γι' αυτό και οι καλαμιώνες αυξήθηκαν και τα υγρά λιβάδια χάθηκαν. Λόγω της αυξημένης βλάστησης τα γριβάδια δεν είχαν πού να γεννήσουν τα αυγά τους και τα πουλιά δεν είχαν πού να κυνηγήσουν τη λεία τους, γι' αυτό και η άγρια ζωή στις Πρέσπες λιγόστεψε, κινδύνεψε…
Ακούμε την ακατάληπτη γλώσσα του Αγκίμ και του Αρμπέτ, βοσκών από την Κορυτσά, που φωνάζουν με στοργή «Ιιιιι…κρρρπππιιιι… μπρ μπρ μπρ…» στα βουβάλια τους καθώς τα βόσκουν στα λιβάδια της Κούλας. Πλησιάζουμε τα μεγάλα μαύρα ζώα με τα εντυπωσιακά κέρατα και η σκέψη μου ταξιδεύει στον Χέμινγουεϊ και το μυθιστόρημά του Οι Πράσινοι Λόφοι της Αφρικής. «Η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών έφερε τα βουβάλια από την Κερκίνη το 1997, στο πλαίσιο ενός προγράμματος για τη διαχείριση της παραλίμνιας ζώνης», μας εξηγεί ο Λάζος Νικολάου, οικοξεναγός της Εταιρίας. «Ξεκινήσαμε με 7 ζώα και σήμερα είναι κάπου 90». Τα βουβάλια βόσκουν τους καλαμιώνες, πατούν τον τόπο, συνθλίβουν τα καλάμια κι έτσι αφήνουν ελεύθερα τα υγρολίβαδα να πλημμυρίσουν την άνοιξη και να αρχίσει ο κύκλος της ζωής με τα γριβάδια και τα πουλιά. Η βόσκηση με τα βουβάλια, η ελεγχόμενη κοπή και η συνολική διαχείριση των καλαμιώνων ξαναζωντάνεψε τα υγρολίβαδα, πολλαπλασίασε τα ψάρια και ξανάφερε στον τόπο τα πουλιά.
Η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών βρίσκεται πίσω από τη σωτήρια αυτή παρέμβαση. «Αλλη μια οικολογική οργάνωση;», θα αναρωτιέστε - και δίκαια. Ισως μάλιστα έχετε διαβάσει για τις διάφορες περιβαλλοντικές ομάδες που κατά καιρούς έρχονταν, μελετούσαν και διατύπωναν ποικίλες απόψεις στις Πρέσπες. «Αυτό γινόταν ώς το '90. Μετά δημιουργήθηκε η Εταιρία, σταματήσαμε για πέντε χρόνια να διατυπώνουμε απόψεις, ερευνούσαμε. Ομως το κακό είχε γίνει», μας τονίζει η Μυρσίνη Μαλακού, διευθύντρια της Εταιρίας. «Ο κόσμος έγινε καχύποπτος απέναντι στις οικολογικές οργανώσεις, ακούστηκαν ακραίες απόψεις. Οι μεν ήθελαν να διώξουν τους δε. Σήμερα λέμε ότι η μεγάλη πρόκληση είναι να συνεχίσουμε να έχουμε την παρουσία ανθρώπων στις Πρέσπες, χωρίς αυτό να σημαίνει καταστροφή. Εξάλλου, μεγάλο μέρος της βιοποικιλότητας οφείλεται στον άνθρωπο…» Σήμερα οι ντόπιοι γνωρίζουν για τον οικολογικό πλούτο της Πρέσπας. «Μας αντιμετωπίζουν με λιγότερο προβληματισμό, υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αλλά δεν συμφωνούμε πάντα, όπως π.χ. για το κυνήγι, για το οποίο διαφωνούμε».
Στο φυλάκιο της Κούλας ο φαντάρος καπνίζει κοιτώντας τα αμάξια να περνούν μέσα από τα θαμπωμένα από την παγωνιά γυαλιά του. Λίγο πιο πέρα, στην ησυχία του κρύου νερού, λουφάζουν τα πουλιά. Ενας πολύχρωμος θορυβώδης και σιωπηλός μαζί κόσμος πλημμυρίζει τους κίτρινους καλαμιώνες, τις νησίδες, τα υγρολίβαδα. Λευκοτσικνιάδες, αργυροπελεκάνοι, κορμοράνοι, λαγόνες, ερωδιοί, σταχτόχηνες, σκουφοβουτηχτάρια, νυχτοκόρακες, πορφυροτσικνιάδες, ποταμογλάρονα, χαλκόκοτες (που ξαναγύρισαν έπειτα από χρόνια εξαφάνισης!), κρυπτοτσικνιάδες, καλαμόκιρκοι, πάπιες κάθε είδους, μουστακογλάρονα: μια νέα γλώσσα για μας, ένα λεξικό της ανεμπόδιστης Φύσης. Ενα τροπικό σύμπαν από πολύχρωμα φτερά, μακριά πόδια, γαμψά νύχια, μακριά ράμφη, πλακουτσωτές μύτες, ζαρωμένες μεμβράνες, κόκκινα λαμπερά μάτια, μαύρα στιλπνά λοφία, ένας πλανήτης πνιγμένος σε μιαν απόκοσμη μουσική από κρωξίματα, κελαηδίσματα, σφυριξιές, κραυγές, πιπινίσματα, τρίλιες. Μια γλώσσα με χίλια σημάδια κι ακόμη τόσο, μα τόσο άγνωστη σε μας… Σταματώ για να τραβήξουμε φωτογραφίες και ξεφυλλίζω τα φυλλάδια της Εταιρίας. Μόνο εδώ και στο Δέλτα του Δούναβη φωλιάζουν μαζί ροδοπελεκάνοι και αργυροπελεκάνοι. Πουθενά αλλού στην Ευρώπη! Οι αργυροπελεκάνοι δε, μετά την προστασία και τη διαχείριση της περιοχής αριθμούν εδώ 1.100 ζευγάρια - έχουν στήσει δηλαδή τη μεγαλύτερη αναπαραγωγική αποικία τους στον κόσμο! Κοιτώ με τον πιο μεγάλο μου τηλεφακό και με το ανάλογο δέος τα πανέμορφα και αρχαία αυτά πλάσματα που φτεροκοπούν στις καλαμιές.
Η Πρέσπα είναι αναμφίβολα ένας από τους πιο γοητευτικούς τόπους της Ελλάδας και συνάμα ένα από τα πιο ευαίσθητα οικοσυστήματα. Ομως αυτός ο τόπος, πέρα από την ομορφιά και την ανάγκη του για προστασία, έχει κάτι το ιδιαίτερο. Είναι ένας τόπος που διδάσκει μέτρο και σεβασμό στη ζωή με αυτήν την έξοχη ισορροπία που τα χρόνια δημιούργησαν ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Φύση. Ισως αυτή η σχέση να είναι το σημαντικότερο που πρέπει πια να διαφυλαχθεί στην Πρέσπα. Και να είναι το μικρό αντίδωρο σε κάθε δυνητικό επισκέπτη αυτής της μαγεμένης υδάτινης λεκάνης, που τριγυρίζουν ψηλά αδυσώπητα βουνά. Και οι πελεκάνοι θα ψαρεύουν μαζί με τους ανθρώπους τα γριβάδια και τα τσιρόνια. Τα πουλιά θα πετούν πάνω από τις φασολιές και θα βόσκουν μέσα τους, χωρίς να ψοφάνε από τα νιτρικά λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα. Τα μεγαλομάτικα νεροβούβαλα θα τρώνε τις καλαμιές και θα προετοιμάζουν με τα βαριά τους βήματα το ανοιξιάτικο... μαιευτήριο των ψαριών και τα υγρά βοσκοτόπια των μυριάδων φτερωτών πουλιών. Το Βυζάντιο, σαν μια χρυσή ανάμνηση, θα λάμπει στα ασκηταριά και τις μισοβουλιαγμένες στη μακεδονίτικη μαύρη λάσπη εκκλησούλες. Ολα αυτά είναι Πρέσπες. Και τα πουλιά και οι άνθρωποι. Και αυτή η σχέση μάς αφορά πολύ πιο πέρα από τους νόμους που τη φυλάνε. Μας αφορά και ως ανθρώπους. Σώζοντάς την, σώζουμε τον πολιτισμό και την ομορφιά. Μμμ, μύρισε γριβάδι στα κάρβουνα. Και ο Γερμανός φωνάζει στο τραπέζι…
Ο Εθνικός Δρυμός Πρεσπών δημιουργείται το 1974 και ο πυρήνας του (4.900 στρέμματα) περιλαμβάνει τη Μικρή Πρέσπα και τις παραλίμνιες εκτάσεις.Εντός των οριών του Δρυμού συγκαταλέγονται τα ελληνικά τμήματα των δύο λιμνών και μέρη από τα βουνά Βαρνούντας και Τρικλάριο. Στο Δρυμό 11 είδη ψαριών (8 ενδημικά!), 22 είδη ερπετών, πάνω από 45 είδη θηλαστικών και πάνω από 260 είδη πουλιών (τα 14 είδη φωλιάζουν εδώ!). Ανάμεσα τους οι διάσημοι πελεκάνοι, η προστασία των οποίων ήταν από τους βασικούς λόγους δημιουργίας του Δρυμού.
Η τεχνική της βόσκησης των καλαμιώνων με βουβάλια, που εφαρμόζεται στις Πρέσπες, είναι από τους καλύτερους τρόπους για να διατηρηθούν και να παραμείνουν υγιή τα υγρολίβαδα. Τα λιβάδια αυτά είναι σημαντικός βιότοπος (για τα πουλιά και τα ψάρια), ο οποίος όμως περιορίστηκε πολύ όταν άρχισαν να αναπτύσσονται οι καλαμιώνες. Η βόσκηση των βουβαλιών στους καλαμιώνες είναι πολύ αποτελεσματικότερη τόσο από το ομοιόμορφο κόψιμο των καλαμιών όσο και από το κάψιμο (που επιβαρύνει με στάχτες τη λίμη). Όταν τα βουβάλια αυξάνονται πολύ, η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών οδηγεί ένα μέρος στην κατανάλωση (οι προνοητικοί παραγγέλνουν το εύγευστο κρέας καιρό πριν!).
Πληροφορίες: Η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών (Τ/23850-51.211, www.spp.gr) διοργανώνει οικοξεναγήσεις και παρατήρηση πουλιών στην περιοχή.
ΠηγήΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΝΙΚΟΣ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ
«Επέστρεφε…» έγραφε ο Καβάφης για μια παλιά αγαπημένη αίσθηση. Αυτό σκεφτόμουν καθώς πλησιάζαμε εκείνο το ανοιξιάτικο μεσημέρι το βράχο της Μονεμβασιάς. Αλλη μία φορά. Για να δούμε έναν τόπο του χτες και πώς αλλάζει σήμερα. Η Μονεμβασιά της καρδιάς μας και εμείς να επιστρέφουμε…Η Μονεμβασιά χτες
Ψαράδες πίνουν κρασί με αργές τελετουργικές γουλιές. Στα δρομάκια κυράδες αγοράζουν σταφύλια από τον μανάβη με το γαϊδουράκι. Κοντοκουρεμένη πιτσιρικαρία παίζει έξω από τον Ελκόμενο και ο παπάς χάνεται στα ασβεστωμένα σοκάκια. Είναι η Μονεμβασιά. Του χτες όμως. Με το στόμα ανοιχτό τη βλέπω στο εικοσάλεπτο ταινιάκι του διάσημου κάποτε εδώ Αντριάν, ο οποίος ήταν δημοσιογράφος της γερμανικής τηλεόρασης (έφτιαξε αυτό το ντοκιμαντέρ τη δεκαετία του '60), από τους πρώτους που ανακάλυψαν τη Μονεμβασιά. «Ως το 1960 τα σπίτια στο Κάστρο τα πουλούσαν για τα οικοδομικά υλικά!» μου έλεγε νωρίτερα ο δήμαρχος Μονεμβασιάς, Νεκτάριος Μαστορόπουλος. «Πρώτος ήρθε ένας Ελβετός καθηγητής πανεπιστημίου και αγόρασε σπίτι. Ακολούθησαν κι άλλοι, Γερμανοί, Γάλλοι, σιγά-σιγά έμαθαν τον τόπο…»
Περπατώ στη σιωπή. Είναι Δευτέρα και η μεσαιωνική πολιτεία σχεδόν έρημη. Προσπαθώ να φανταστώ τους πρώτους Λάκωνες που ήρθαν τον 6ο αιώνα μ.Χ. εδώ, κυνηγημένοι από τους βάρβαρους που σάρωναν την Πελοπόννησο. Να ακούσω τα πανιά από τις βυζαντινές γαλέρες μπροστά στα τείχη να φορτώνουν τα βαρέλια με την πολύτιμη μαλβάζια -το διάσημο σε όλη τη Μεσόγειο γλυκό κρασί του τόπου-, τα χρυσά χρόνια της ακμής μεταξύ 1262 και 1460. Να δω τα φλάμπουρα από τις άλλες γαλέρες, τις βενετσιάνικες, με το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, να φτάνουν εδώ το 1464. Να δω τις λάμψεις από τους βομβαρδισμούς των Τούρκων το 1540 και το 1715, να ακούσω τις οιμωγές, τις λεηλασίες, τους εξανδραποδισμούς. Αιώνες επί αιώνων σε αυτόν τον τόπο άφησαν βαθύ χνάρι πάνω στις πελεκημένες πέτρες: σκουριασμένες οβίδες, κανόνια, τρύπια τείχη. «Αποκάτ' από το χώμα είναι γαλαρίες που δεν μπαίνει άνθρωπος. Κει μέσα κείτονται σκόρπια κόκαλα από λογιών-λογιών έθνη, τούρκικα, ρωμαίικα, βενετσιάνικα. Ούλοι τούτοι στον καιρό τους αρπάξανε, ξεσκίσανε, δοξαστήκανε, ώσπου πήγανε και ησυχάσανε κει μέσα καρτερώντας την τρουμπέτα της Δεύτερης Παρουσίας». Διαβάζω τι γράφει ο Φώτης Κόντογλου για τη Μονεμβασιά και νιώθω τα τείχη να τρέμουν. Λες; Μπα, το κύμα του γαρμπή είναι κάτω τους…
«Να οι θρόνοι των αυτοκρατόρων. Τι; Αγιογραφίες; Οχι. Ο ναός δεν αγιογραφήθηκε ποτέ λόγω υγρασίας», μου λέει η κυρα-Κατίνα Κλεινάκη, νεωκόρος στον Ελκόμενο, τη μεγάλη εκκλησιά του Κάστρου, παλιά μητρόπολη χτισμένη τον 11ο αιώνα. Λένε πως υπάρχουν 40 εκκλησίες στη Μονεμβασιά, αλλά οι πιο πολλές είναι ερειπωμένες, μόνο 5 λειτουργούνται. Πάνω από τις κεραμιδένιες στέγες ξεχωρίζει ο σταχτής τρούλος της Μυρτιδιώτισσας, η Χρυσαφίτισσα, ο Αγιος Νικόλαος με την τριγωνική αψίδα στην είσοδο, παλιό σχολείο του Γιάννη Ρίτσου. Το σπίτι του ποιητή είναι δίπλα στα δυτικά τείχη. «Φέτος γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από τη γέννησή του», μου έλεγε ο δήμαρχος απαριθμώντας μου ένα πλήθος εκδηλώσεων πολιτισμού προς τιμήν του ποιητή της Ρωμιοσύνης.
Μονεμβασιά από το 1923 που γεννήθηκα ώς τον πόλεμο ήταν γεμάτη κόσμο, ήταν κέντρο της Λακωνίας. Ολα τα προϊόντα εδώ έρχονταν και φεύγανε διά θαλάσσης», αφηγείται ο κυρ Μήτσος Γιαννούκος, ο τελευταίος μόνιμος κάτοικος της Μονεμβασιάς, πίνοντας μαζί μας καφέ στο Ενετικό. Η Μονεμβασιά, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, αν και παρέμενε μεγάλο λακωνικό λιμάνι, σταδιακά φυλλορροούσε από κατοίκους. Τον 20ό αιώνα μετανάστευαν σιγά-σιγά μακρύτερα: Αμερική, Αυστραλία, Καναδά. Μετά τον πόλεμο η πόλη σχεδόν εγκαταλείφθηκε.
Η Μονεμβασιά σήμερα
Το ζευγαράκι παίζει τάβλι καπνίζοντας και ακούγοντας ποπ στο μικρό καφέ. Από τα παράθυρα μπαίνει το γαλανό της θάλασσας και το φως που λούζει την καστροπολιτεία. Κι άλλα ζευγάρια έρχονται, σέρνοντας τις βαλίτσες στο καλντερίμι. Πλησιάζει Σαββατοκύριακο. Η Μονεμβασιά αναπτύσσεται μετά τη δεκαετία του '80 και γίνεται σπουδαίος τουριστικός προορισμός. Ανάπτυξη που στηρίζεται εξ ολοκλήρου με ιδιωτικά χρήματα. «Από το Κάστρο συντηρείται σήμερα ο οικονομικός ιστός της περιοχής: οικοδόμοι, τεχνίτες κάθε είδους, αγρότες, ταβέρνες, υπηρε-σίες...» μου λέει ο Νεκτάριος Σκάγκος, αρχαιολόγος της Ε΄ Εφορείας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων. «Είναι θετικό ό,τι έχει γίνει σήμερα, πάντως. Οι μηχανικοί που εργάστηκαν εδώ πρόσεξαν το χώρο, όπως για παράδειγμα ο Αλέξανδρος και η Χάρις Καλλιγά». Σπίτια τριώροφα με πωρόλιθο και μαυρόπετρα, θόλοι στα καλντερίμια (οι «δρομικές»), στέρνες, μπαλκονάκια, σκαλιστά διακοσμητικά των Βενετών, κάποια νεοκλασικά σπίτια από τον 19ο αιώνα - να ένα γρήγορο σκίτσο του οικισμού.
Περπατάμε με τον Νεκτάριο στις εκκλησίες, βλέπουμε την αρχαιολογική συλλογή και το μοναδικό κτίριο όπου στεγάζεται (πρώην ναός, τζαμί, μονή καπουτσίνων, πάλι τζαμί, φυλακές, το θρυλικό καφενείο του Μπόμπου και σήμερα μουσείο! Τι περίφημη διαδρομή!). Σουλατσάρουμε μέσα στα χαλάσματα που αξίζουν σήμερα τόσο χρυσάφι, ώστε μόνο εφοπλιστές και μεγαλοβιομήχανοι αντέχουν να δώσουν. Κοντά στα τείχη ακούμε το πελέκι του πετρά. Αλλοδαποί χτίστες κουβαλούν τσιμέντα και σοβάδες. «Τα σπίτια τα αναστηλώνουμε με τις ίδιες τους τις πέτρες», μας λέει ο γελαστός Γιάννης Χαραμής, επί 42 χρόνια εργολάβος στο Κάστρο και μέγας γνώστης των αναστηλώσεων. «Για να πάρεις άδεια, πρέπει να περιμένεις 3 - 4 χρόνια αν έχεις μέσον, αλλιώς καμιά δεκαριά...» Κοιτάζω τον Νεκτάριο. «Παρατηρούνται καθυστερήσεις λόγω έλλειψης προσωπικού. Υπάρχουν 2 μηχανικοί για όλη τη Λακωνία!» ομολογεί ο αρχαιολόγος.
Σημειωτέον ότι η αναστήλωση χρειάζεται ακριβή τεκμηρίωση (με παλιές φωτογραφίες, παλιά οικοδομικά υλικά, μαρτυρίες κ.λπ.), ούτως ώστε το κτίριο να δείχνει όπως ήταν κάποτε. Σκέφτομαι, βέβαια, από την άλλη ότι το πρόσωπο του Κάστρου, αυτό που τόσο εξαιρετικά αναστηλώθηκε και διατηρήθηκε, οφείλεται στον αυστηρό έλεγχο των υπηρεσιών τόσα χρόνια. Αυτό που χάνεται από το Κάστρο δεν είναι η αρχιτεκτονική, είναι η ζωή του χωριού. Αυτό που είδε ο Αντριάν, ο Ελβετός Βάλτερ και όλοι οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες που πρωτοήρθαν εδώ το 1960. Σήμερα στο Κάστρο δεν υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι: μόνο περίπου 160 σπίτια, από τα οποία 40 νόμιμοι ξενώνες. Και γίνονται ολοένα και περισσότεροι. «Δεν πρέπει να υπάρξει άμετρη εκμετάλλευση», υπογραμμίζει ο δήμαρχος. «Ο τόπος δεν είναι μιας χρήσης. Πρέπει να υπάρξει πρόγραμμα ολοκληρωμένης προστασίας για το Κάστρο».
Ανηφορίζουμε το καλντερίμι προς τον απέραντο ερειπιώνα της Ανω Πόλης. Δεν χορταίνουμε την ομορφιά. Τι να πεις που δεν έχει ειπωθεί για τη Μονεμβασιά; Τα χρώματα, οι μνήμες, η ατμόσφαιρα, η αρχιτεκτονική, το τοπίο; Τα ρούχα μας μυρίζουν αγριοβιολέτες, φασκομηλιά και αγριομάραθο καθώς περπατάμε στους θεριεμένους θάμνους. Μενεξέ Καλεσί το έλεγαν το Κάστρο οι Τούρκοι, από τα λουλούδια του. Η Αγία Σοφία φυλάει τη βυζαντινή της λάμψη ψηλά στην κορφή, πάνω από τους γκρεμούς. Ο πελαγίσιος αέρας φυσάει μαλακά από τις ζεστές αμμουδιές της Επιδαύρου Λιμηράς. Ο κάβος Κρεμμύδι, το Καμήλι νοτιότερα, το άσπρο ξωκλήσι του Αγίου Φωκά πάνω στο κύμα... Σκέφτομαι τους αιώνες που πέρασαν από εδώ και αναρωτιέμαι αν θα αντέξει το Κάστρο στην επέλαση της ανάπτυξης, στη «δημοκρατία των ζευγαριών του Σαββατοκύριακου» που έχει εγκαθιδρυθεί ως απόλυτος νομέας και κυρίαρχος. Θα τα καταφέρει η Μονεμβασιά; Θα τα καταφέρει. Αυτό το κάστρο φτιάχτηκε για να αντέχει…
Τρία πρόσωπα μιλούν για τη Μονεμβασιά
Νεκτάριος Σκάγκος
Αρχαιολόγος
«Το πρόβλημα στο Κάστρο είναι οι χρήσεις: δεν μπορεί να γίνουν όλα τα σπίτια ξενώνες. Γίνονται κι άλλοι και δεν έχουν βόθρους, η ΔΕΗ δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες τους. Επίσης, πρόβλημα μεγάλο είναι και η έλλειψη κτηματολογίου. Πρόβλημα μεγάλο για τους ιδιώτες και πρόβλημα μεγάλο για τα μνημεία. Η υπηρεσία, από την άλλη, κάνει υπεράνθρωπη προσπάθεια, αλλά υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις και είναι λογικό ο πολίτης να παραπονείται. Το Κάστρο είναι σήμερα σαν κάτι εικονικό, σαν όχι πραγματικό, σαν σκηνικό, χωρίς ουσία. Εξάλλου, οι πρώτοι που το ανακάλυψαν πούλησαν και έχουν φύγει ή ετοιμάζονται να φύγουν».
Μήτσος Γιαννούκος ή Ακάκιος
Ο τελευταίος κάτοικος του Κάστρου
«Είμαι ο μοναχογιός του Κάστρου. Το αγαπάω σαν τη μάνα μου. Μου είπαν κάποτε ''αν σου χαρίζαμε το Τατόι να πας να ζήσεις σαν βασιλιάς, θα έφευγες;'' Και είπα ποτέ! Εγώ εδώ θα πεθάνω. Η Μονεμβασιά ώς τον πόλεμο ήταν για μένα σαν παράδεισος. Ολο το Κάστρο ήμασταν μια οικογένεια. Οι πόρτες δεν κλείνανε. Μετά τον πόλεμο η Μονεμβασιά κατέρρευσε αστραπιαία. Σήμερα ο ένας δεν χωνεύει τον άλλο…»
Βασίλης Αρδάμης
Ξενοδόχος
«Το 90% του τουρισμού μας είναι ζευγάρια. Υπάρχει η ατμόσφαιρα για ζευγάρια. Ηρθα γύρω στο 1985 και δεν έχει αλλάξει τίποτε από τότε. Αλλαξε ίσως το επίπεδο των επισκεπτών, είναι πιο υψηλό. Οσα κρεβάτια και να γίνουν, λίγα είναι. Κάθε Σαββατοκύριακο γεμίζουν! Δεν υπάρχει τέλος για τη Μονεμβάσια. Αρκεί να προσέξουμε τις υπηρεσίες και τις παροχές. Κάποια δωμάτια, μάλιστα, θα έπρεπε να έχουν κλείσει. Επίσης, θα πρέπει να διαπλατυνθεί ο δρόμος, να φωτιστεί το κάστρο και να ολοκληρωθούν τα καλντερίμια. Δεν το πλήττει η κρίση το Κάστρο. Γιατί δουλεύουμε μόνο με Ελληνες, όχι με γκρουπ και ξένους».
Memo
ΜΕΤΑΒΑΣΗ
Η Μονεμβασιά απέχει 95 χλμ. από τη Σπάρτη και 320 χλμ. από την Αθήνα. ΚΤΕΛ Λακωνίας: Τ/27310-26.485.
ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ
Κωδικός κλήσης: 27320Το σκηνικό συμπλήρωναν διάφορες βρύσες απ' όπου έτρεχε κρυστάλλινο νερό από τον Παρνασσό. Είχε αρκετό τουρισμό, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία ήταν περαστικοί επισκέπτες για τους Δελφούς. Τότε της είχε δοθεί το προσωνύμιο «Τυρόλο της Ρούμελης». Μετά έγινε το Χιονοδρομικό Κέντρο και η όμορφη πολιτειούλα έγινε ένας αυτοτελής προορισμός με κάποιο βέβαια κόστος στην γραφικότητα κι αν θέλετε και στην αυθεντικότητα των ανθρώπων. Εξακολουθεί να είναι γραφική και όμορφη, αλλά νομίζω πως έπαψε να είναι το «Τυρόλο της Ρούμελης» και έγινε η «Μύκονος του χειμώνα» με άφθονες ταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ, καφετέριες, ξενώνες και ξενοδοχεία. Στα «ατού» της, το ότι είναι ένας πολύ κοντινός προορισμός, μιας κι απέχει μόνον 158 χλμ. από την Αθήνα.
Είναι κτισμένη σε ύψος 940 μ., βρίσκεται στη μέση σχεδόν 2 προομηρικών πόλεων της Ανεμώρειας και της Κυπαρίσσου. Η Ανεμώρεια βρισκόταν στη θέση μεταξύ του σημερινού νεκροταφείου και της τοποθεσίας «Ελένη», κάτω από τον Κατοπτήριο βράχο. Στα Ομηρικά Χρόνια ήταν μία από τις επίσημες οκτώ φωκικές πόλεις. Είχε μακρύ τείχος, ναό που ανακάλυψε το 1874 ο Αραχωβίτης ιστορικός Γ. Κρέμος και βωμό των Ανέμων. Λιγοστά ερείπια της βλέπουμε σήμερα στη δυτική πλευρά της Αράχωβας. Η Κυπάρισσος βρισκόταν ανατολικά, κοντά στην τοποθεσία «Πάνια». Και οι δύο πόλεις έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με αρχηγούς τον Επίστροφο και τον Σχεδία. Στους νεώτερους χρόνους, αλλά άγνωστο πότε, ξεφύτρωσε κάτω από τον απότομο βράχο του Κατοπτηρίου, ένα μικρό χωριό με το όνομα Πετρίτης. Αυτό το χωριό είναι η σημερινή Αράχωβα.
Για τους βυζαντινούς χρόνους και τα χρόνια της Φραγκοκρατίας δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Κάποια ελάχιστα γράφουν οι περιηγητές στα τέλη του 17ου αιώνα. Τότε η Αράχωβα ήταν ένα χωριό με 500 κατοίκους. Στην Επανάσταση του '21 η Αράχωβα συνδέθηκε με τον Καραϊσκάκη. Στις δασωμένες πλαγιές της στις 24 Νοεμβρίου του 1826 ο Καραϊσκάκης κατατρόπωσε τη στρατιά του Μουσταφά μπέη και απελευθέρωσε την Ανατολική Στερεά.
Τι να δείτε
Το σπήλαιο Κωρύκειον Αντρον στο Λιβάδι Παρνασσού. Μια σπηλιά με πολύχρωμους σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Ενα θέαμα πραγματικά φαντασμαγορικό. Οι ντόπιοι το έλεγαν «Σαρανταύλι», δηλαδή με σαράντα αυλές (θαλάμους).
Αν είστε προσεκτικοί αξίζει να επισκεφθείτε τον νοτιότερο παγετώνα της Ευρώπης, το Επτάστομο που βρίσκεται σε υπόγειο σπήλαιο-βάραθρο. Εννοώ να τον επισκεφθείτε για να τον δείτε από ψηλά. Ο Παγετώνας βρίσκεται μέσα στο σπήλαιο που έχει 7 εισόδους, όλες βάραθρα.
Με έδρα την Αράχωβα ακόμα μπορείτε να κάνετε μικρές εξορμήσεις στο Γαλαξίδι, την Ιτέα, τους Δελφούς και την Αμφισσα ή μπορείτε να πάτε για σκι στο Χιονοδρομικό Κέντρο που λειτουργεί από τον Δεκέμβριο ώς τις αρχές Μαΐου.
Χρήσιμες πληροφορίες
Πώς θα πάτε:
Με Ι.Χ. από την Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας, μετά την Υλίκη στρίβουμε για Κάστρο-Ορχομενό-Λιβαδειά. Ο δρόμος οδηγεί στον περιφερειακό της Λιβαδειάς. Εκεί στρίβουμε αριστερά για Αράχωβα-Δελφούς, ενώ δεξιά είναι Δαύλεια-Αμφίκλεια-Πολύδροσο.
Πηγή