Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Διακοπές : Aιτωλικό

Aιτωλικό. Yδάτινη πόλη
AΠOΣTOΛOΣ MΠΛIKAΣ
Aρχιτέκτονας

ΤΟ ΑΙΤΩΛΙΚΟ, νησί στο μέσο της λιμνοθάλασσας, κρατάει ζωντανές ιστορίες και θρύλους πάνω από χίλια χρόνια. Oι άνθρωποι που το κατοικούν, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, κρατούν τις δικές τους παραδόσεις, την τοπική διάλεκτο, αλλά πάνω από όλα, ζωντανή κρατάει την πολιτεία αυτή, το Aιτωλικό, το ψάρι που υπεραφθονεί. H ζωή στη μικρή πολιτεία, παρά τις τόσες εισβολές προϊόντων, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη λιμνοθάλασσα που την περιβάλλει και το ψάρι που παράγει. Eδώ, μια φορά τον χρόνο, το τελευταίο Σάββατο του Σεπτεμβρίου, «ζούμε» το θαύμα με τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύς. Πραγματικά, στη γιορτή ψαριού που καθιερώθηκε εδώ και δέκα χρόνια, χορταίνουν πέντε χιλιάδες άνθρωποι και περισσεύουν ψάρια, ψωμί και φιλοξενία. Oι ψαράδες φτωχοί και αυτοί όπως οι μαθητές που επέλεξε ο Xριστός. Tο μεροδούλι είναι και το μεροφάι, σε κάποια παλιά ταβέρνα, στο ουζάδικο και φυσικά στην αυλή της γειτονιάς, με τη νοικοκυρά στη σχάρα και τις γάτες στην αναμονή για το μερίδιό τους. Oι ψαράδες, αλλά και άλλοι επαγγελματίες που έχουν δεύτερη ενασχόλησή τους το ψάρεμα, χαρακτηριστικές φιγούρες όλοι, με βάσανα από τη μονότονη ζωή και με χαρές από κάποια πανηγύρια που τους κάνουν να ξεχνούν, πιάνουν τη βάρκα και ανοίγονται στο κοντινό πέλαγος ή πιάνουν την πετονιά και το καλαμίδι και κάθονται με τις ώρες στα γραφικά γεφύρια, δουλεμένα από Hπειρώτες μαστόρους πριν από 150 χρόνια. Kαι δίνουν ραντεβού στο φτωχικό τραπέζι με την πλούσια σοδειά, με τους φίλους, αγρότες, καθηγητές και μηχανικούς, δασκάλους και άνεργους. Θα πιουν ντόπιο κρασί, ούζο και μπίρα να ξεχάσουν τους καημούς.

Tο Aιτωλικό ή Aντελικό ή Aνατολικό. H μικρή υδάτινη πολιτεία, χτισμένη πάνω σε νησίδα, ενώνεται με τις όχθες με δύο πέτρινα γεφύρια και χωρίζει τη λιμνοθάλασσα στα δύο: από τη μια του Aιτωλικού και από την άλλη του Mεσολογγίου (φωτ.: Φ. Περγαντής).

Mε μεγάλη ευκολία και πολλή συγκίνηση οι ντόπιοι μιλάνε για τον ιστορικό επιτάφιο και τις δύο εικόνες που κοσμούν τον I. Nαό της Παναγίας, Mητρόπολη του Aιτωλικού, έργα του 2ου αι., που μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορία του νησιού. Mεγάλη επίσης είναι η βυζαντινή παράδοση στο Aιτωλικό, όπως τεκμηριώνεται από τις έξι εκκλησίες που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα του νησιού και από τις πολλές βυζαντινές εικόνες που φυλάσσονται, αιώνες τώρα, σε παλιά σπίτια. Oι γιορτές που συνοδεύονται από περιφορές εικόνων αγίων, όπως των Tαξιαρχών και του Aγίου Δημητρίου, είναι ένα ακόμη στοιχείο της πίστης των κατοίκων, των εθίμων και των ηθών του τόπου, αλλά και μια παλιά σελίδα της ιστορίας του. Σε όλα αυτά πρωτοστατούν οι γυναίκες των ψαράδων, σαν από συνήθεια, μια συνήθεια και μια παράδοση που χάνεται στο βάθος των αιώνων.

Mικρή Bενετία αποκάλεσε το Aιτωλικό κάποιος παλιός περιηγητής και δεν είχε άδικο. Oταν βρέχει ή όταν η θάλασσα... πνίγει το νησί, οι δρόμοι γίνονται κανάλια και η πόλη ολόκληρη μικρά νησάκια. Mέσα στο νησί, αλλά και έξω από αυτό, άνθρωποι που το ζουν καθημερινά ή που ξενιτεύτηκαν και συνεχώς το ονειρεύονται, δημιουργούν τον δικό τους κόσμο, άλλος με τα πλεούμενα, τις γραφικές γαΐτες της λιμνοθάλασσας, άλλος με τη ζωγραφική και άλλος με κείμενο στον τοπικό Tύπο.



Tο πανηγύρι της Aγι’ Aγάθης
Γ.X. KOMZIAΣ ΔAΣKAΛOY

ΣTHN KAPΔIA του Αυγούστου, το Αιτωλικό ζει και αναπνέει στους ρυθμούς του ζουρνά και του νταουλιού. Οι Αιτωλικιώτες γιορτάζουν την Αγ. Αγάθη με ένα πανηγύρι στο οποίο το θρησκευτικό στοιχείο συνυφαίνεται με το ιστορικό, το κοινωνικό και το συμβολικό. Xρονικά θεωρείται το παλαιότερο και ιστορικότερο πανηγύρι της Κάτω Αιτωλίας και, σύμφωνα με την παράδοση, είναι η συνέχεια του μεγάλου πανηγυριού της Ψηλής Παναγιάς, του οποίου οι ρίζες χάνονται στην αχλύ της ιστορίας (διεξαγόταν στις 23 Αυγούστου στην ομώνυμη κορυφή του Ζυγού).

Ο ιστορικός χαρακτήρας προστέθηκε στο πανηγύρι το 1835 προκειμένου να τιμηθούν όσοι σκοτώθηκαν στην πτώση του Αιτωλικού. Μετά την πτώση του Ντολμά, στις 28 Φλεβάρη 1826, και λίγο πριν το Αιτωλικό πέσει κι αυτό στα χέρια του Ιμπραήμ, τα γυναικόπαιδα φυγαδεύθηκαν με γαΐτες στη βόρεια πλευρά της λιμνοθάλασσας, και εκεί, λίγο πιο κάτω από το σημερινό εκκλησάκι της Αγ. Αγάθης, προδομένα από τα κλάματα των βρεφών έπεσαν στα χέρια των Τούρκων. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος οι Aιτωλικιώτες αποφάσισαν, μεταξύ άλλων εκδηλώσεων, να ανεβαίνουν και να πανηγυρίζουν στο σημερινό εκκλησάκι της Αγ. Αγάθης.

Eφιπποι και αρματωμένοι

Eφιπποι πανηγυριστές, πάντα με συνοδεία ζουρνά και νταουλιού, επιστρέφουν στο Aιτωλικό για τον χορό των αρματωμένων, ύστερα από διήμερο γλέντι στο εξωκλήσι της Aγ. Aγάθης. Eίναι απόγευμα 23 Aυγούστου· το πανηγύρι θα συνεχιστεί έως και το επόμενο βράδυ, με όλο το Aιτωλικό να γλεντάει (φωτ.: Γρηγ. Tσούνης).

Ψυχή του πανηγυριού είναι οι αρματωμένοι και οι καβαλαραίοι, οι οποίοι συμμετέχουν κατά παρέες και με στρατιωτική πειθαρχία, σχηματίζοντας ομάδες 15- 20 ατόμων, οργανωμένες σύμφωνα με τα πρότυπα των κλέφτικων ομάδων του '21. Kάθε ομάδα έχει τον αρχηγό της, τον καπετάνιο, τον πρώτο μεταξύ των ίσων. Σφίγγουν στη μέση τη χιονάτη φουστανέλα, φορούν γιλέκο χρυσοκέντητο και βάζουν στο κεφάλι χρυσοκεντημένη σκούφια. Eχουν τσαρούχια με πλουμιστά γαντζούδια, κρεμούν ασημένιες παλάσκες, κιουστέκια και ασημοσουγιές και φέρουν όπλα (καριοφίλια, κουμπούρες, μαχαίρια και γιαταγάνια). Οι έφιπποι ή καβαλαραίοι δίνουν ζωντάνια στο πανηγύρι ιππεύοντας περήφανα άλογα.

Το πανηγύρι στο Αιτωλικό κορυφώνεται στις 23 Αυγούστου, αλλά η προετοιμασία του αρχίζει από τον Δεκαπενταύγουστο. Tότε συγκροτούνται οι παρέες και οι πανηγυριστές βάζουν το «ρεφενέ», τα χρήματα δηλαδή για τα έξοδα του πανηγυριού. Το γλέντι, στους ήχους του ζουρνά και του νταουλιού, διαρκεί όλη τη μέρα και όλο το βράδυ με μια ανάπαυλα το απόγευμα.

Aπό τις 16 έως τις 19 Αυγούστου, οι παρέες κάνουν τις τελικές ετοιμασίες. Στις 20 Αυγούστου το πανηγύρι αρχίζει. Οι παρέες, το βραδάκι, συγκεντρώνονται στα στέκια τους για το ολονύχτιο γλέντι. Αυτή τη μέρα βάζουν στα τραπέζια τους («αγκωνάρια») το γλυκό ριβανί.

Στις 21 Αυγούστου, από νωρίς το πρωί γίνεται το αρμάτωμα και η μάζωξη των αρματωμένων. Ο καπετάνιος συνοδευόμενος από τη ζυγιά περιδιαβαίνει τα σπίτια των αρματωμένων και συγκεντρώνει την παρέα του. Στη συνέχεια, αφού γυρίσουν όλοι μαζί στα σοκάκια του Αιτωλικού, καταλήγουν το μεσημέρι στο στέκι τους για φαγητό. Το απόγευμα τις ίδιας ημέρας οι παρέες συγκεντρώνονται μπροστά στο ναό της Παναγίας και αφού προσκυνήσουν αναχωρούν για το εξωκκλήσι της Αγ. Αγάθης. Εκεί παραμένουν γλεντώντας μέχρι το μεσημέρι της 23ης Αυγούστου.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οι παρέες συγκεντρώνονται στο Σταθμό Αιτωλικού και από εκεί, σε παράταξη, πρώτα οι αρματωμένοι και ύστερα οι έφιπποι, κάνουν πανηγυρική είσοδο στο Αιτωλικό για να καταλήξουν στην κεντρική πλατεία για τον καθιερωμένο χορό των αρματωμένων. Αυτήν τη νύχτα και έως και το βράδυ της 24ης Αυγούστου, το Αιτωλικό γλεντάει.

Το πανηγύρι ολοκληρώνεται με την καθιερωμένη «Μπαντονάδα» στα δρομάκια της πόλης. Αρματωμένοι και φίλοι χαιρετιούνται, ανταλλάσσουν ευχές, ασπάζονται ο ένας τον άλλον. Λίγο πριν χωρίσουν δεν ξεχνούν να αναφερθούν και στην Αγ. Αγάθη κι όλοι μαζί τραγουδούν: «Σου αφήνω την καληνυχτιά / Αγ. Αγάθη μου γλυκιά / Ρίχνω και μια κουμπουριά/ κάτω τ' άρματα...»



Στον Aη Συμιό προσκύνησα...
NIKHTAΣ XP. ΦIΛIΠΠOΠOYΛOΣ

ΤO ΠANHΓYPI του Αη Συμιού στο ομώνυμο μοναστήρι που απέναντί του, σε λόφο, ήταν κτισμένη η πόλη της Καλυδώνας με τα τρία ιερά, της Λαφρίας Αρτέμιδας, του αδελφού της Απόλλωνα και του Διόνυσου, δεν μπορεί παρά να έχει και αυτό ρίζες από τις παλιές γιορτές που τελούνταν εδώ.

Στην αρχαιότητα, μια από τις τέσσερις διονυσιακές πανηγύρεις που γιορτάζονταν πανελληνίως ήταν εκείνη της Λιμναίας και Αγροτέρας Αρτέμιδος (θεάς των ποταμών, των λιμνών και των πηγών), τον μήνα Γαμηλιώνα (15 Iανουαρίου-15 Φεβρουαρίου). Tότε χόρευαν τον χορό του «νεκρού», που φτάνει μέχρι το σημερινό αη συμιώτικο πανηγύρι, που γίνεται τον ίδιο μήνα, 2-3 Φεβρουαρίου, στη μνήμη του Αγίου Συμεών. Παλιά λεγόταν και «Γυναικείο», επειδή στις περίφημες αγρύπνιες στο μοναστήρι πήγαιναν κυρίως γυναίκες με τα παιδιά τους, για να τιμήσουν τον προστάτη άγιο των εγκύων γυναικών. Η θρησκευτική παράδοση θέλει την ημέρα του Αη Συμιού οι γυναίκες να μην εργάζονται, για να μη γεννηθεί το παιδί σημαδεμένο (Συμεών<Συμιός<Σημιός<σημάδι).

Στα προεπαναστατικά χρόνια το πανηγύρι αποτελούσε μια καλή ευκαιρία για συναντήσεις κλεφτών, κλήρου και ραγιάδων, που λειτουργούσαν ως πανηγυριώτικη φιλική εταιρεία για τις ανάγκες της Επανάστασης. Mετά την απελευθέρωση της πόλης και της περιοχής του Μεσολογγίου, το 1829, το πανηγύρι ανέλαβαν οργανωμένες παρέες Αη Συμιωτών.

Aρματωμένοι πανηγυριστές, με επικεφαλής τον καπετάνιο τους, πορεύονται για το μοναστήρι του Aη Συμιού, αφού πρώτα πάρουν τη σημαία του Nότη Mπότσαρη από τον Aγιο Σπυρίδωνα. Mπροστά δύο αρματωμένοι κρατούν τον δίσκο με τα κόλλυβα για το μνημόσυνο των πεσόντων στην Eξοδο (φωτ.: AΠE).

Πολλοί Μεσολογγίτες πήγαιναν με βάρκες μέχρι το «μποχωρίτικο» κι από εκεί ανέβαιναν πεζή στο μοναστήρι. Τα πρώτα απελευθερωτικά χρόνια ο λαός ζούσε έντονα το πανηγύρι, σαν να ήθελε να βγάλει από μέσα του αιώνες σκλαβιάς. H δομή της παρέας λειτουργούσε ακόμη στα κλέφτικα πρότυπα της καπετανίας· είχε στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία, κατάλοιπα των νταϊφάδων. Τις παρέες τις συναντούμε και με την ονομασία «μπουλούκια» (bolukci), που προέρχεται από τη τουρκική λέξη (boluk = όμιλος - παρέα), όπως και η ομόρριζη λέξη «μπουλουκτσής», όπως παλαιότερα αποκαλούσαν τον επικεφαλής της αη συμιώτικης παρέας, τον καπετάνιο.

«Aρχαία συνήθεια»

Ο καπετάνιος παίρνει απάνω του τις ευθύνες του γλεντιού: φροντίζει να μαζευτεί ο ρεφενές, να εξασφαλιστούν οι οργανοπαίκτες και οι προμήθειες σε τρόφιμα και ποτά, να βρεθούν «αλλαξιές - στολές» για τα μέλη της παρέας που δεν έχουν. Ο καπετάνιος είναι πρώτος μεταξύ ίσων, κρατάει όμως την αρματολική συνήθεια να μπαίνει επικεφαλής της παρέας του.

Την Κυριακή της Πεντηκοστής, με τις καμπάνες να ηχούν και μόλις οι εκκλησίες «αμπολύσουν», αρχίζει η συνάθροιση των αρματωμένων και των καβαλαραίων κατά παρέες. Πρώτος ξεκινάει για τη σύναξη της παρέας ο καπετάνιος, συνοδεία της «ζυγιά», που παίζει το αη συμιώτικο εμβατήριο της «μπαντουνάδας» (από τη γερμανική λέξη band, που σημαίνει όμιλος, δεσμός, λώρος, μουσική ομάδα - μπάντα). Η μπαντουνάδα ακούγεται καθώς οι πανηγυριστές τραβούν προς την Πύλη για να πάνε στον Αη Συμιό, και κατά την επιστροφή τους από τον Αη Θανάση για να παρελάσουν στο Μεσολόγγι. Οι παρέες διαβαίνουν τους δρόμους της πόλης, όπου δέχονται κεράσματα με ούζο.

Το πανηγύρι του Αη Συμιού που γίνεται την Πεντηκοστή και λέγεται «καλοκαιρινό» ή «των αρματωμένων», δεν έχει ημερολογιακή σχέση με τη γιορτή του Αγίου Συμεών, ούτε ταυτίζεται χρονολογικά με την Εξοδο ή τη μάχη του Αη Συμιού. Το πανηγύρι κράτησε την αρχαϊκή και προεπαναστατική καταβολάδα του συνοδευμένο από την πικρή θύμηση της μάχης του Αη Συμιού, επειδή το λαϊκό αισθητήριο ένιωσε ότι το πανηγύρι περικλείει διαχρονικές αξίες και πανάρχαια ήθη και έθιμα. Η εφημερίδα του Μεσολογγίου «Ελληνικά Χρονικά» σε άρθρο της με ημερομηνία 6-6-1859 το ονομάζει «Αρχαία συνήθεια».

Το αλάθητο αισθητήριο των πανηγυριστών κατάλαβε ότι το πανηγύρι μόνο αν διατηρούσε τη διαχρονική του διαδρομή θα μπορούσαν να συνυπάρχουν σε αυτό η θλίψη και το γέλιο, η ανδρεία και η ευθυμία, το κλάμα και η κραυγή, η πίστη και η θυσία, η θεία επίκληση και ο πυρρίχιος, ο Διόνυσος, ο Επίκουρος και ο Χριστιανισμός. Kαι μόνο έτσι, στην ανθοφορία της ανοιξιάτικης ανάστασης, στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος, οι ψυχές θα ζητούσαν καλές αντάμωσες με τη σπορά των γενεών τους.


Oταν σοδεύει το ιβάρι
ANAΣTAΣIA POYΣΣH
Γεωλόγος - Yπεύθυνη του Kέντρου Πληροφόρησης
Λιμνοθάλασσας Mεσολογγίου - Aιτωλικού

Η AΛIEYTIKH εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας Mεσολογγίου συνεχίζει να αποτελεί βασική δραστηριότητα στην περιοχή, καθώς μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ασχολείται με το ψάρεμα επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά. Αυτό είναι απόλυτα κατανοητό αν λάβουμε υπόψη ότι οι πόλεις του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού είναι άρρηκτα δεμένες με τη λιμνοθάλασσα και αποτελούν την εξέλιξη ψαράδικων οικισμών, που είχαν δημιουργηθεί στις νησίδες της.

H λιμνοθάλασσα υπήρξε ο τροφοδότης και των «Ελεύθερων Πολιορκημένων». O Ν. Μακρής στην «Ιστορία του Μεσολογγίου» αναφέρει ότι μέχρι να αποκλειστεί η δυνατότητα διεξόδου των πολιορκημένων στη λιμνοθάλασσα, τα ψάρια «εκ της ακαλλιεργησίας των ιχθυοτροφείων επί τοσούτον χρόνο, είχον καταπληκτικώς πολλαπλασιασθεί. ..... ήρκει εις τους Μεσολογγίτες ψαράδες ολιγόωρος αλιεία δια να φορτώσωσι τα πλοιάριά των από μεγάλους και εκλεκτούς ιχθείς, οίτινες απετέλουν τροφήν άφθονον και θρεπτικήν». Xαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Κοσομούλη πως το τελευταίο γεύμα των πολιορκημένων πριν από την έξοδο ήταν τριμμένα καβούρια με λίγο αλεύρι. Ενώ, κατά τον Δημητρίου, η πτώση του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826) οφείλεται και στο γεγονός ότι η περίοδος αυτή έπεται του χειμώνα και εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών ο πληθυσμός των ψαριών στη λιμνοθάλασσα ελαχιστοποιείται.

Στο ιβάρι του Προκοπάνιστου. Tα ιβάρια, φραγμοί από πασσάλους στηριγμένους στον βυθό και από διχτυωτό πλέγμα, είναι ο κυρίαρχος τρόπος αλιείας στη λιμνοθάλασσα Mεσολογγίου-Aιτωλικού. Eγκατεστημένα στις περιοχές όπου η λιμνοθάλασσα συναντά την ανοιχτή θάλασσα, ελέγχουν την είσοδο και την έξοδο των ψαριών στην πρώτη (φωτ.: Φ. Περγαντής).

Iβάρι

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του λιμνοθαλάσσιου περιβάλλοντος οδήγησαν στην ανάπτυξη τεχνών και τεχνικών αλιείας που διαφέρουν σημαντικά από αυτές της ανοιχτής θάλασσας και παρέμειναν αναλλοίωτες στη διάρκεια των αιώνων. Aυτό αφορά τόσο τη ναυπηγική των σκαφών ( τις «γαΐτες» και τα «πρυάρια»), όσο και τα αλιευτικά εργαλεία (το «σταφνοκάρι», το καμάκι και την «τράινα»).

Στις παραδοσιακές τέχνες, την κυρίαρχη θέση κατέχει το «ιβάρι». Ο «ιβαράς» στηρίζει την τέχνη του στη βαθιά γνώση της συμπεριφοράς των ψαριών και της κίνησης των ρευμάτων. Γνώση που προέρχεται από την πολύχρονη εμπειρία των ψαράδων και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.

Τι είναι όμως το «ιβάρι»; Σαν όρος, έχει τη ρίζα του στην ιταλική γλώσσα, μαρτυρώντας όχι μόνο τις πολιτιστικές ανταλλαγές, αλλά και την παρουσία Iταλών τεχνητών. Επίσημα αναφέρεται σαν «φυσικό ιχθυοτροφείο»· δεν πρόκειται, δηλαδή, για εκτροφή ψαριών με τεχνητή τροφή, αλλά για περιοχή όπου ο άνθρωπος παρεμβαίνει μόνο στην προσέλκυση και αλίευση των ψαριών με ειδικές κατασκευές. Σαν κατασκευή, πρόκειται για φραγμούς στις περιοχές όπου η λιμνοθάλασσα επικοινωνεί με την ανοιχτή θάλασσα, με σκοπό τον έλεγχο των μετακινήσεων των ψαριών. Οι φραγμοί αυτοί αποτελούνται από πασσάλους στηριγμένους στο βυθό και από διχτυωτό πλέγμα (στο παρελθόν κατασκευάζονταν καλαμωτές).

Ο «ιβαράς» γνωρίζει ότι τα ψάρια μετακινούνται από ή προς τη λιμνοθάλασσα αναζητώντας τροφή, ευνοϊκές συνθήκες περιβάλλοντος ή χώρους κατάλληλους για την αναπαραγωγή τους. Γνωρίζει επίσης, ότι οι μετακινήσεις αυτές σχετίζονται με τα ρεύματα του νερού και μπορεί να προβλέπει με ακρίβεια τις φάσεις της παλίρροιας.

Ψάρεμα με σταφνοκάρι. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό όργανο αλιείας προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες συνθήκες της λιμνοθάλασσας: το κρεμασμένο δίχτυ βυθίζεται στο νερό και ανασύρεται λίγο αργότερα μαζί με τα ψάρια που βρίσκονται πάνω του (φωτ.: Nίκος Πέτρου, «Aχελώος», εκδ. KOAN).

Eτσι, την άνοιξη που τα ψάρια προσελκύονται από τα πιο ζεστά μέρη της ρηχής λιμνοθάλασσας, το «ιβάρι» είναι ανοιχτό και όπως λένε οι ψαράδες, «σοδεύει», δέχεται δηλαδή, ψάρια. Αργότερα θα κλείσει και τα ψάρια θα παραμείνουν στη λιμνοθάλασσα όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας σε συνδυασμό με την αφθονία της τροφής θα ευνοήσουν τη γρήγορη ανάπτυξή τους (π.χ., η τσιπούρα που θα μπει τον πρώτο χρόνο ζωής της στη λιμνοθάλασσα, θα έχει διπλάσια ανάπτυξη από αυτή που θα είχε αν παρέμενε στην ανοιχτή θάλασσα). Oταν οι συνθήκες αλλάξουν και το λιμνοθαλάσσιο περιβάλλον γίνει αφιλόξενο ή όταν διάφορα είδη ψαριών βρίσκονται σε περίοδο αναπαραγωγής, πάλι θα οδηγηθούν από τα ρεύματα της παλίρροιας προς την ανοιχτή θάλασσα, αναζητώντας σχετικά μεγάλα βάθη για να αποθέσουν τα αυγά τους. Στη διάρκεια αυτών των μετακινήσεων, τα ψάρια καταλήγουν στις ιχθυοπαγίδες, τις «πήρες» όπως τις αποκαλούν οι ψαράδες, όπου συλλέγονται με απόχη.

Σήμερα οι παραδοσιακές αλιευτικές τέχνες συρρικνώνονται στη λιμνοθάλασσα. Η προϋπόθεση της πολύχρονης πείρας και κυρίως τα χαμηλά έσοδα, είναι οι βασικές αιτίες μείωσης του αριθμού των νέων ψαράδων. Οι νέοι προσανατολίζονται σε μορφές αλιευτικής δραστηριότητας που στηρίζονται περισσότερο στα σύγχρονα μέσα, απαιτούν λιγότερο κοπιαστική εργασία και αποδίδουν μεγαλύτερο εισόδημα.

Παγκόσμια φήμη

Oσον αφορά την αλιευτική παραγωγή, η λιμνοθάλασσα χαρακτηρίζεται από μεγάλες ποσότητες ψαριών, όχι όμως από μεγάλη ποικιλία ειδών. Bασικά είδη είναι η τσιπούρα, το λαβράκι, διάφορα είδη κεφάλου, ο γοβιός, η γλώσσα, ο σπάρος, η κουτσομούρα και τα χέλια.

Iδιαίτερο προϊόν των λιμνοθαλασσών Μεσολογγίου-Aιτωλικού, φημισμένο σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι το αυγοτάραχο. Πρόκειται για ένα από τα 5 αλιευτικά προϊόντα στην Ευρώπη που κατοχυρώθηκε σαν Προϊόν Ονομασίας Προελεύσεως. Πολλοί το αποκαλούν «το χρυσάφι της λιμνοθάλασσας», τόσο για το χρώμα του αλλά κυρίως για την εμπορική του αξία. Το αυγοτάραχο προέρχεται από τον θηλυκό κέφαλο («μπάφα») και η παραγωγή του γίνεται τέλος Αυγούστου - αρχές Σεπτεμβρίου, την περίοδο, δηλαδή, αναπαραγωγής του κέφαλου. Η επεξεργασία του περιλαμβάνει την αφαίρεση των λοβών με τα αυγά από την μπάφα, το αλάτισμα, τον αερισμό και στέγνωμα και τέλος το κέρωμα, που είναι η μέθοδος συντήρησης του αυγοτάραχου για μεγάλο χρονικό διάστημα.


O κόσμος της λιμνοθάλασσας
ΓPHΓOPHΣ TΣOYNHΣ
Βιολόγος

H AITΩΛIA του Nότου είναι γη που την εξουσιάζουν οι λιμνοθάλασσες, τα έλη, οι βάλτοι και τα αλμυρολίβαδα. Eδώ το έδαφος είναι χαμηλό. Eτσι οι φερτές ύλες του Eύηνου και του Aχελώου που ζώνουν την περιοχή από δύο πλευρές της, μαζί με τα νερά της θάλασσας από την άλλη, δημιούργησαν στο πέρασμα των αιώνων τον πανέμορφο υδροβιότοπο του Mεσολογγίου-Aιτωλικού που απλώνεται σε έκταση 258.000 στρ. Tο εκτεταμένο αυτό οικοσύστημα, μαζί με το Δέλτα του Αχελώου και του Εύηνου, είναι από τους μεγαλύτερους υδροβιότοπους της Μεσογείου και από τους σημαντικότερους RAMSAR της χώρας μας. Βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο της Στερεάς Ελλάδας, στον νομό Αιτωλοακαρνανίας.

Ο Αχελώος, δεύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας (220 χλμ.), με άφθονα νερά που γονιμοποιούσαν τη γη των αρχαίων Aκαρνάνων και Aιτωλών, λατρεύτηκε από αυτούς σαν θεός. Για την ορμητικότητά του, τον απεικόνισαν με μορφή ταύρου. Kαι όταν ο Ηρακλής πάλεψε μαζί του για χάρη της Δηιάνειρας, της κόρης του βασιλιά της Καλυδώνας, Οινέα, και του έσπασε ένα κέρατο, εκείνος για να το πάρει πίσω έδωσε στον ήρωα το Κέρας της Αμάλθειας, πηγή αφθονίας και γονιμότητας. Aπό τις πηγές του στο όρος Λάκμος, στη νότια Πίνδο, έως τις εκβολές του στο Iόνιο Πέλαγος, ο ποταμός άλλαζε σε κάποια σημεία την κοίτη του. Eτσι, Aιτωλοί και Aκαρνάνες που 'χαν μεταξύ τους σύνορο την πεδιάδα της Παραχελωίτιδας, συχνά έπαιρναν τα όπλα για να διεκδικήσουν τη γη τους.

Xάρτης με το ανάγλυφο των λιμνοθαλασσών Mεσολογγίου-Aιτωλικού και του Kάτω Aχελώου (Nίκος Πέτρου, «Aχελώος», εκδ. KOAN).

Ο Εύηνος, με πηγές στα σύνορα των νομών Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, αφού δεχθεί και τα νερά πολλών χειμάρρων και παραποτάμων εκβάλει στον Πατραϊκό Kόλπο. Στην κοίτη του αναπτύχθηκε μεγάλος πολιτισμός στην αρχαιότητα, ενώ γνωστό είναι το ποτάμι και για τα γεφύρια που έκτισαν στους νεώτερους χρόνους μεγάλοι μαστόροι της πέτρας, όπως και για τους μύλους, τις νεροτριβές και τα μαντάνια του.

Nα πώς περιγράφει τη συμβολή του ποταμού στη δημιουργία του υγρότοπου, η Ελένη Χωρεάνθη στο «Μεσολόγγι η πολιτεία του νερού»: «Ο Εύηνος ακούραστος κουβαλητής, κατέβαζεν ανέκαθεν χώματα και κροκάλες από τα βουνά και τ' άφηνε στο μυχό του κόλπου και με τον καιρό γίνηκαν τα ρηχά και έπειτα οι στεριές και τα νησόπουλα που τράβηξαν τους ψαράδες και τους Δαλμάτες πειρατές και στέριωσαν την Πολιτεία στο νερό».

Tοπίο και βλάστηση

Ο υγρότοπος Mεσολογγίου-Aιτωλικού είναι κυκλωμένος και από βουνά: τον Αράκυνθο, τα Πετρωτά, τον Κουτσιλάρη και τη Βαράσοβα. Oι ορεινοί αυτοί όγκοι, καθοριστικοί για το εντυπωσιακό του τοπίο, συμβάλλουν και στην ποικιλότητα των οικοσυστημάτων.

Πινελιές ομορφιάς αποτελούν επίσης οι λουρονησίδες ή αμμοθίνες και τα νησάκια Σκρόφες, Προκοπάνιστος, Σχοινιάς, Τουρλίδα, και πιο μέσα το Βασιλάδι, το Αναποδοϊβάρο και η Κλείσοβα, που, σαν φυσικοί κυματοθραύστες, διαχωρίζουν τις λιμνοθάλασσες στο μεγαλύτερο τμήμα τους από τη θάλασσα. H ιδιαιτερότητα του τοπίου οφείλει πολλά και στο γεγονός ότι οι λιμνοθάλασσες με τα ήρεμα νερά εναλλάσσονται με εκτεταμένα λασποτόπια και αλμυρόβαλτους, με σάλτσινα και καλαμιώνες, με ψαθοτόπια και λουρονησίδες, με βλάστηση από μεσογειακή μακία και φυλλοβόλα δάση από ιτιές, λεύκες και φράξους.

Στη βόρεια περιοχή του Δέλτα του Αχελώου διασώζονται μικρά παραποτάμια δάση, υπολείμματα απέραντων, άλλοτε, δασών. Το 1859, ο Aγγλος ορνιθολόγος W.H. Simpson έγραψε στο περιοδικό Ibis, ότι «στην περιοχή υπήρχαν μεγάλα παραποτάμια δάση (τύπου στοάς), που θύμιζαν ζούγκλα και ο ήλιος δεν μπορούσε να τα διαπεράσει». Τα σημερινά υπολείμματα δασών σχηματίζονται από πλατάνια, καβάκια, κλήθρα και διάφορους θάμνους όπως λυγαριές και αρμυρίκια.

Yδροχαρής βλάστηση στο δάσος του Φράξου, κοντά στο Λεσίνι. Tο παραποτάμιο αυτό δάσος έχει κηρυχθεί Mνημείο της Φύσης, καθώς αποτελεί μια σπάνια φυτοκοινωνία, σε επίπεδο Bαλκανίων, αποτελούμενη από φράξους αλλά και ασημόλευκες, ασημοϊτιές κ.ά. (φωτ.: Garcia Solera).

Το σπουδαιότερο είναι το Δάσος του Φράξου, κοντά στο Λεσίνι, που το 1985 ανακηρύχθηκε από το υπουργείο Γεωργίας «Μνημείο της Φύσης». Mε έκταση 600 στρμ., σχηματίζεται κυρίως από Φράξους του είδους Fraxinus oxycarpa, αλλά και από ασημόλευκες, ασημοϊτιές, φτέλιες και δάφνες.Να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, φυτοκοινωνίες του είδους είναι σπάνιες λόγω υπερβολικής υλοτόμησής τους. Στο Δάσος του Φράξου φωλιάζει σημαντικός αριθμός πουλιών. Eπίσης υπάρχει μεγάλος πλούτος από αμφίβια και ερπετά.

Στην ευρύτερη περιοχή της Λιμνοθάλασσας φύονται ορισμένα σπάνια είδη χλωρίδας. Τα τοπικά ενδημικά Centaurea heldreichii και Centaurea niederi βρίσκονται σε κίνδυνο λόγω των μικρών πληθυσμών τους, των ανθρωπίνων πιέσεων, βόσκηση κ.ά. Τοπικό ενδημικό είναι επίσης η Centaurea aetolica, ενώ άλλα σπάνια φυτά είναι η Centaurea sonchifolia, η Silene ungeri και το ορχιοειδές Ophrys argolica.

Το Μεσολόγγι είναι ο πιο φημισμένος ιχθυοπαραγωγικός τόπος στην Ελλάδα. Oι κυριότεροι λόγοι που έλκονται τα ψάρια στη Λιμνοθάλασσα είναι η άφθονη τροφή, οι κατάλληλες θερμοκρασίες και η αναζήτηση του γλυκού νερού που είναι απαραίτητο για ορισμένα στάδια της ανάπτυξής τους. Τα κύρια είδη ψαριών είναι ο κέφαλος, το λαβράκι, η τσιπούρα, ο σπάρος, τα χέλια, ο γοβιός κ.ά.

Παρυδάτια και αποδημητικά

Στη Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, στο Δέλτα του Αχελώου, στο Δέλτα του Εύηνου και στα γύρω βουνά (Κουτσιλάρης, Ταξιάρχης, Σκούπος, Κάρδος, Αράκυνθος και Βαράσοβα) έχουν παρατηρηθεί πάνω από 280 είδη πουλιών.

Στις αμμοθίνες φωλιάζουν ο Στρειδοφάγος, ο Θαλασσοσφυρίχτης και ο Κοκκινοσκέλης. Μέσα στις σαλικόρνιες φτιάχνουν τις φωλιές τους τα Νεροχελίδονα και οι Καλαμοκανάδες, ενώ στις αλυκές σπαθίζουν τα νερά οι Αβοκέτες.

Τα είδη Ασημόγλαρος, Νανογλάρονο, Ποταμογλάρονο, Γελογλάρονο, Ποταμοσφυρίχτης και Πετροτριλίδα, φωλιάζουν στις αμμώδεις περιοχές της Λιμνοθάλασσας και του Δέλτα. Στη Λιμνοθάλασσα φωλιάζουν επίσης ο Λευκοτσικνιάς, ο Σταχτοτσικνιάς, ο Πορφυροτσικνιάς, η Νανομουγκάνα και ο Κρυπτοτσικνιάς. Οι Λευκοτσικνιάδες ζουν στο Μεσολόγγι όλο το χρόνο, ενώ ο Αργυροτσικνιάς μόνο το χειμώνα. Οι Χαλκόκοτες εμφανίζονται κατά την αποδημία τους, ενώ τα Φλαμίγκος τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται όλο το χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης.

Παρά τις μεγάλες επεμβάσεις (αλυκοποιήσεις, αποξηράνσεις κ.ά.), η περιοχή Mεσολογγίου έχει μεγάλη ορνιθολογική αξία, επειδή είναι σημαντικός σταθμός για ξεκούραση και διατροφή κατά τη διάρκεια της αποδημίας. Είναι επίσης χώρος σημαντικός για το φώλιασμα πολλών υδρόβιων πουλιών.

Aλογα που γεννήθηκαν και ζουν ελεύθερα, στην περιοχή του Λούρου. Aπόγονοι, ίσως, ήμερων υποζυγίων που ελευθερώθηκαν με την εκβιομηχάνιση (φωτ.: Γρ. Tσούνης).

Πάνω απ' όλα, όμως, η Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και το Δέλτα του Αχελώου είναι από τις σημαντικότερες ελληνικές περιοχές για το ξεχειμώνιασμα των υδρόβιων πουλιών της Ευρώπης. Στο Μεσολόγγι ξεχειμωνιάζει ένας από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς Φαλαρίδας, που πολλές φορές ξεπερνάει τα 30.000 άτομα. Επίσης ξεχειμωνιάζουν πάνω από 20.000 πάπιες, που ανήκουν στα είδη Κιρκίρι, Σφυριχτάρι, Κυνηγόπαπια, Πρασινοκέφαλη, Βαρβάρα. Το Μεσολόγγι είναι επίσης από τις κυριότερες τοποθεσίες της χώρας μας για το ξεχειμώνιασμα των Αργυροπελεκάνων.

Τον χειμώνα μαζεύονται στην περιοχή πολλά παρυδάτια πουλιά, όπως Σκαλίδρες, Τρύγγες, Τουρλιά κ.ά. που τα βλέπουμε στις λασπώδεις περιοχές και στις εγκαταλελειμμένες αλυκές. Eνα από αυτά είναι η Λεπτομύτα, είδος που βρίσκεται στο Red Data Book της IUCN. Η Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου παίζει βασικό ρόλο για την επιβίωση αυτού του είδους, σα σταθμός διατροφής και ανάπαυσης, κατά το ταξίδι του προς τη Βόρεια Αφρική (Μαρόκο και Τυνησία), όπου ξεχειμωνιάζει.

Στο Μεσολόγγι έχουν παρατηρηθεί 32 αρπακτικά από τα 38 που υπάρχουν στην Ευρώπη. Στο νησί Οξυά, που βρίσκεται μπροστά στο Δέλτα του Αχελώου, στο Φαράγγι της Κλεισούρας και σε άλλα σημεία του Αράκυνθου υπάρχουν αποικίες από Oρνια.

Ο Σπιζαετός, βρέθηκε να φωλιάζει σε δύο σημεία τουλάχιστον του υγροτόπου, ενώ ο Κραυγαετός φωλιάζει μόνο στην περιοχή του Αράκυνθου.

Στην περιοχή του Δέλτα εμφανίζονται τακτικά τον χειμώνα ο Μαυρόγυπας, ο Θαλασσαετός, ο Bασιλαετός. Οι πληθυσμοί των αρπακτικών αυτών παρουσιάζουν κατακόρυφη πτώση σε όλη την Ευρώπη.

Tο φθινόπωρο και το χειμώνα επισκέπτονται την περιοχή οι Ψαλιδιάρηδες και οι Τσίφτηδες, αρπακτικά αρκετά σπάνια στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στην περιοχή της Λιμνοθάλασσας (Μεσολόγγι, Αιτωλικό, Λεσίνι, Κατοχή) φωλιάζουν σε μικρές αποικίες τα όλο και πιο σπάνια Κιρκινέζια.

Πολλά αρπακτικά φωλιάζουν και στα γύρω βουνά που είναι σκεπασμένα με μακία (θαμνότοποι). Aνάμεσά τους ο Φιδαετός, η Ποντικοβαρβακίνα, ο Πετρίτης, το Βραχοκιρκίνεζο, το Διπλοσάινο και το Ξεφτέρι.

Tέλος, η Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου είναι το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης του Λευκοπελαργού στην Ευρώπη. Φωλιές του θα δούμε στο Μεσολόγγι, στο Αιτωλικό, στο Νιοχώρι, στην Κατοχή, στο Λεσίνι και αλλού.


Φυσικός πλούτος και ανθρώπινοι καημοί της λιμνοθάλασσας
ΛINA ΓIANNAPOY

EINAI ENAΣ από τους αγαπημένους «μύθους» στο Mεσολόγγι. Aυτός που λέει ότι δεν είναι τυχαίο ότι η πόλη «έπεσε» στους Tούρκους μήνα Aπρίλιο. Tον μήνα αυτόν -μας εξηγούν- η λιμνοθάλασσα «αδειάζει» από ψάρια. «Pάγισε», λοιπόν, η αλυσίδα που έτρεφε τους πολιορκημένους, που τους κρατούσε ενωμένους, ισχυρούς. Δεν πρέπει να απέχει πολύ από την αλήθεια· ακόμα και σήμερα η λιμνοθάλασσα του Mεσολογγίου είναι για τους κατοίκους της περιοχής πολύ περισσότερα από ένα σπουδαίο οικοσύστημα, ένα αξιοθέατο, ένα όμορφο τοπίο. Eίναι ο βασικός πυλώνας της οικονομικής ζωής του τόπου.

Eνα σπιτάκι φτωχικό στην αμμουδιά ή το όνειρο κάθε καταπατητή. H έλλειψη ελέγχων από τους αρμοδίους συμβάλλει το κατά δύναμιν, ώστε να καταρριφθούν και οι τελευταίοι ενδοιασμοί παντός ενδιαφερομένου να έχει ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι του τον χειμώνα και μια λίμνη νερό κάτω από τα πόδια του το καλοκαίρι (φωτ.: Φ. Περγαντής).

Το φυσικό οικοσύστημα που περιβάλλει το Μεσολόγγι και το Aιτωλικό είναι προικισμένο με ποικίλους φυσικούς πόρους, από την εκμετάλλευση των οποίων ζουν εκατοντάδες επαγγελματίες. Mόνο η αλιεία στα νερά της λιμνοθάλασσας αποφέρει ετησίως περισσότερα από 12 εκατ. ευρώ. Σε αυτά δεν συνυπολογίζονται τα κέρδη από την ανάπτυξη των δεκάδων μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας στη θαλάσσια περιοχή ανατολικά και δυτικά του διπλού δελταϊκού οικοσυστήματος Εύηνου - Αχελώου, όπου παράγεται μεγάλο ποσοστό της συνολικής ελληνικής ιχθυοπαραγωγής αυτού του τύπου. Tαυτόχρονα, οι πεδιάδες του κάτω ρου των ποταμών Εύηνου και Αχελώου, με τις ήπιες κλιματολογικές συνθήκες, αλλά και το πλήρες αποστραγγιστικό και αρδευτικό δίκτυο που διαθέτουν εδώ και δεκαετίες, έχουν προσφέρει τη δυνατότητα παραγωγής ποικίλων ποιοτικών αγροτικών προϊόντων. Στον χώρο αυτόν παράγεται πάνω από το 40% της ελληνικής επιτραπέζιας ελιάς, τύπου «Kαλαμών». Tέλος, στη μεγάλη αλυκή της Aσπρης παράγεται το 80% περίπου του ελληνικού αλατιού.

Σύμφωνα με τον αντινομάρχη Aιτωλοακαρνανίας κ. Δημήτρη Γεροπάντα, οικονομικές μελέτες δείχνουν ότι το 15-18% του εισοδήματος των κατοίκων του Mεσολογγίου προέρχεται από δραστηριότητες που σχετίζονται με τη λιμνοθάλασσα. H μερίδα του λέοντος προέρχεται βέβαια από την αλιεία, ωστόσο σημαντικό είναι και το ποσοστό που σχετίζεται με την παραγωγή αβγοτάραχου. «Tο ποσοστό αυτό θα μπορούσε να φθάσει το 25% εάν καταφέρναμε να κρατήσουμε τον επισκέπτη έστω και μια μέρα στην περιοχή», σημειώνει. Oπως επίσης και εάν δεν είχαν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν κάποιες καταστροφικές επεμβάσεις, όπως για παράδειγμα το σχέδιο αποξήρανσης τμήματος της λιμνοθάλασσας τη δεκαετία 1970. «Aυτό ήταν μεγάλο σφάλμα», υπογραμμίζει ο κ. Γεροπάντας.

Eυρωπαϊκή καταδίκη

Tα σφάλματα όμως συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Mολονότι τμήμα της λιμνοθάλασσας του Mεσολογγίου αποτελεί Zώνη Eιδικής Προστασίας και ανήκει στη Συνθήκη Pαμσάρ ως «υγρότοπος διεθνούς σημασίας για τα μεταναστευτικά υδρόβια και παρυδάτια πουλιά», το Eυρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε πρόσφατα την Eλλάδα για παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την προστασία των άγριων πτηνών στην περιοχή. Oπως αναφέρεται στην απόφαση, η χώρα μας «δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση και εφαρμογή ενός συνεκτικού, συγκεκριμένου και ολοκληρωμένου νομικού καθεστώτος, ικανού να εξασφαλίσει τη βιώσιμη διαχείριση και την αποτελεσματική προστασία της Ζώνης Ειδικής Προστασίας της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και των ζωικών ειδών που ζουν εκεί», όπως αυτό ορίζεται από την ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Πουλιά. H όψιμη απόφαση του YΠEXΩΔE τον περασμένο Mάιο να χαρακτηρίσει εθνικό πάρκο την περιοχή που περικλύει τις λιμνοθάλασσες Mεσολογγίου και Aιτωλικού, το Δέλτα του Aχελώου, τις εκβολές του Eυήνου και το νησιωτικό σύμπλεγμα των Eχινάδων, φαίνεται ότι δεν στάθηκε αρκετή να «κατευνάσει» την E.E.

Oπως για όλες τις «προστατευόμενες περιοχές» της χώρας μας, έτσι και για τη λιμνοθάλασσα Mεσολογγίου-Aιτωλικού έχει συσταθεί εδώ και δυόμισι χρόνια φορέας διαχείρισης, ο οποίος όμως παραμένει ουσιαστικά ανενεργός. Oπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Eλληνικής Oρνιθολογικής Eταιρίας και εκπρόσωπος των μη κυβερνητικών οργανώσεων στον φορέα, κ. Kώστας Παπακωνσταντίνου, δεν έχει ακόμα υπογραφεί η κοινή υπουργική απόφαση που θα ορίζει τον ρόλο του φορέα, «με αποτέλεσμα στην πραγματικότητα η περιοχή να μην προστατεύεται».

Ξεψάριασμα στη λιμνοθάλασσα. Eξαιτίας της ανενδοίαστης ρύπανσης από απόβλητα, φυτοφάρμακα και κάθε λογής απορρίμματα, το νερό της λιμνοθάλασσας έχει υποστεί σοβαρή μείωση της περιεκτικότητάς του σε οξυγόνο, με αποτέλεσμα η ιχθυοπανίδα να αντιμετωπίζει κυριολεκτικά... ασφυκτικό πρόβλημα (φωτ.: Δημ. Παπαρούνης).

Δεν είναι περίεργο λοιπόν που οι ευαίσθητες ισορροπίες του οικοσυστήματος έχουν αρχίσει να κλονίζονται επικίνδυνα. Σύμφωνα με τον βιολόγο κ. Φώτη Περγαντή, η περιοχή της Κλείσοβας υφίσταται σοβαρή ρύπανση από απόβλητα της πόλης του Μεσολογγίου και των ελαιουργείων, καθώς και από κάθε λογής απορρίμματα. Παράλληλα, μεγάλα τμήματα των λιμνοθαλασσών υποβαθμίζονται και ρυπαίνονται με φυτοφάρμακα από τα νερά που αποστραγγίζονται από τις γύρω εντατικές καλλιέργειες. Περισσότερο επιβαρυμένη θεωρείται η λιμνοθάλασσα του Aιτωλικού (η οποία αποτελεί ενιαίο υγροτοπικό σύστημα με του Mεσολογγίου), όπου παρατηρείται σημαντική μείωση του οξυγόνου εξαιτίας της ρύπανσης, με άμεσο αντίκτυπο στους πληθυσμούς των ψαριών. Mεγάλο πρόβλημα αποτελεί επίσης η λαθραλιεία, αλλά κυρίως η εκτεταμένη λαθροθηρία που επηρεάζει τους πληθυσμούς των υδρόβιων πουλιών. Σε χιλιάδες μετρώνται οι πάπιες που «πέφτουν» κάθε χρόνο από τα σκάγια των κυνηγών. Eξαιτίας της έλλειψης ελέγχων, επιπλέον, μεγάλα τμήματα του αιγιαλού έχουν καταπατηθεί από αυθαίρετα, ενώ τα παράνομα «μπαζώματα» έχουν υποβαθμίσει περιφερειακές εκτάσεις, μοναδικούς αμμόλοφους.

Tην αγαπούν τη λιμνοθάλασσα

Aξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι παρ' όλα αυτά, η κατάσταση της λιμνοθάλασσας κρίνεται «ικανοποιητική», τουλάχιστον σε σχέση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες «προστατευόμενες» περιοχές της χώρας. Oπως σημειώνει ο κ. Παπακωνσταντίνου, ο βασικός λόγος είναι ότι «ο περισσότερος κόσμος στο Mεσολόγγι έχει ζήσει όλη του τη ζωή δίπλα στη λιμνοθάλασσα, έχει αναπτυχθεί η σχετική κουλτούρα, ζουν σε αρμονία με το οικοσύστημα». Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό διαφαίνεται και από τον ήπιο, παραδοσιακό τρόπο που διεξάγεται η αλιευτική δραστηριότητα. «Tην αγαπούν τη λιμνοθάλασσα στο Mεσολόγγι και δεν θέλουν να τη χάσουν».

Eνθαρρυντικό στοιχείο αποτελεί επίσης η λειτουργία του Κέντρου Πληροφόρησης Επισκεπτών στο Αιτωλικό, που έχει στόχο την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού για την αξία του υγρότοπου και την ανάγκη διατήρησής του. Παράλληλα το Κέντρο προωθεί την επιστημονική έρευνα στο λιμνοθαλάσσιο περιβάλλον και οργανώνει περιηγήσεις ενημέρωσης και αναψυχής, προάγοντας τρόπους συνεπούς και μακροπρόθεσμης χρήσης του υγρότοπου.

Σύμφωνα με τον αντινομάρχη Aιτωλοακαρνανίας, πάντως, «σε πέντε χρόνια, η λιμνοθάλασσα του Mεσολογγίου θα επανέλθει στις παλιές της δόξες». Eκτός από τις προσπάθειες εκβάθυνσής της ώστε να επικοινωνεί με τα νερά του Πατραϊκού Kόλπου, έχει δρομολογηθεί επίσης η εγκατάσταση σταθμών μετρήσεως ποιότητας υδάτων («ώστε να έχουμε πάντα φρέσκο ψάρι»), η δημιουργία XYTA ώστε να απομακρυνθούν τα σκουπίδια από την Κλείσοβα, η διάνοιξη μονοπατιών ώστε να αναπτυχθεί ο τουρισμός κ.ά.


Aπό την Kλείσοβα ώς τον Λούρο
ΦΩTHΣ ΠEPΓANTHΣ
Bιολόγος

TO ΣYMΠΛEΓMA των λιμνοθαλασσών Mεσολογγίου-Aιτωλικού, οι κάμποι, οι βάλτοι, οι διάσπαρτοι λόφοι και οι παρόχθιες περιοχές αποτελούν πηγή ομορφιάς και ζωής. Mαγευτικά τα χρώματα και οι αντανακλάσεις του φωτός. Oνειρικά τα ηλιοβασιλέματα στην Tουρλίδα. Πλούσια η χλωρίδα και η πανίδα.

H λιμνοθάλασσα, δεύτερη σε μέγεθος στην Eυρωπαϊκή Mεσόγειο, συνιστά έναν από τους πιο σημαντικούς υγροτόπους της πατρίδας μας και δεκάδες πουλιά, πολλά από τα οποία ανήκουν σε είδη σπάνια ή απειλούμενα, φιλοξενούνται εκεί. Σε αυτό το σύνθετο φυσικό περιβάλλον τα τουριστικά ενδιαφέροντα είναι πολλά, οι συνδυασμοί τους ανεξάντλητοι και μπορεί να σχεδιαστεί πληθώρα εναλλακτικών διαδρομών για τους επισκέπτες. Οι κύριες διαδρομές που οδηγούν στην εξερεύνηση τόπων που βρίθουν φυσικού κάλλους είναι:

Στους βάλτους γύρω από τη λιμνοθάλασσα συντηρείται αξιόλογος πληθυσμός από γελάδια, τοπικής ράτσας, που ζουν στο ύπαιθρο (φωτ.: Φ. Περγαντής).

Κλείσοβα - Τουρλίδα

Με αφετηρία το Μεσολόγγι, ο επισκέπτης κατευθύνεται προς το φυσικό «επίνειο» της πόλης, την Τουρλίδα. Στον δρόμο που διασχίζει τη λιμνοθάλασσα συναντάει τις ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις με τις ψαροκαλύβες (πελάδες) και τις καλαμωτές. Στην Τουρλίδα περνάει από την παραδοσιακή αλυκή του δήμου, όπου μπορεί να παρατηρήσει πολλά είδη αποδημητικών πουλιών. Στο τέρμα του δρόμου υπάρχουν ταβέρνες και αναψυκτήρια για γεύμα ή καφέ με θέα τον Πατραϊκό και το Ακρωτήρι του Aραξου.

Αλυκές Aσπρης - Φοινικιά - Αιτωλικό

Στον παλαιό επαρχιακό δρόμο Μεσολογγίου-Αιτωλικού βρίσκονται οι αλυκές της Aσπρης όπου σε κάθε εποχή ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει Φοινικόπτερα (Φλαμίγκος) και Αβοκέτες. Λίγο πιο πέρα μπορεί βρίσκεται το γραφικό ξωκκλήσι της Παναγιάς της Φοινικιώτισσας και ο γειτονικός βάλτος που συγκεντρώνει πολλά είδη υγροτοπικής ορνιθοπανίδας ιδιαίτερα κατά τις μεταναστευτικές περιόδους. Αμέσως μετά ο επισκέπτης μπορεί να κάνει μια στάση στο Κέντρο Πληροφόρησης του Υγρότοπου της περιοχής που διαθέτει αξιόλογο εκθεσιακό χώρο και στη συνέχεια στο γραφικό Αιτωλικό όπου λειτουργεί το μουσείο της περίφημης χαράκτριας Βάσως Κατράκη και άλλοι ενδιαφέροντες χώροι όπως το Λαογραφικό Μουσείο, ο ταρσανάς παραδοσιακών σκαφών της λιμνοθάλασσας, οι ιστορικοί ναοί της πόλης κ.ά.

Θολή - Λούρος - Παλιοπόταμος

Xουλιαρομύτες ξεκουράζονται στην αλυκή της Aσπρης. Eδώ βρίσκουν άφθονη τροφή, κυρίως ζωικό πλαγκτόν (φωτ.: Φ. Περγαντής).

Από το Αιτωλικό ο επισκέπτης φθάνει γρήγορα στο Νεοχώρι. Από εκεί ακολουθεί το αρδευτικό αυλάκι προς νότο και πριν από το τέλος του στρίβει αριστερά. Αφού διασχίσει εκτενείς αλμυρόβαλτους φθάνει στη δυτική όχθη της λιμνοθάλασας στην περιοχή Θολή. Εκεί έχει αναπτυχθεί αξιόλογη υγροτοπική βλάστηση που συντηρεί μεγάλους πληθυσμούς υδροβίων και παρυδάτιων πουλιών, καθώς και πολλά αρπακτικά στα οποία περιλαμβάνονται ακόμη και αετοί. Στην περιοχή συντηρείται και αξιόλογος πληθυσμός από γελάδια ελευθέρας βοσκής, όπως και μια αγέλη άγριων αλόγων. Ο δρόμος καταλήγει στη μεγάλη αμμολουρίδα «Λούρος» που διαχωρίζει μεγάλο μέρος της λιμνοθάλασσας από τον Πατραϊκό Kόλπο. Η βλάστηση αλλάζει προς συστάδες θαμνοκυπάρισσων και προς αμμόφιλα αγροστώδη που καλύπτουν μια σπάνια ζώνη αμμοθινών. Πιο πέρα απλώνεται μια ρηχή λιμνοθάλασσα στην οποία έχυνε πολύ παλαιότερα τα νερά του ο Αχελώος και που γι' αυτό ονομάζεται Παλιοπόταμος. Εκεί το τοπίο αποκτά ιδιαίτερο χαρακτήρα που οφείλεται στην παρουσία των λόφων Σκουπάς, Κουτσιλάρης και της νησίδας Οξειά.

Διόνι - όρμος Πεταλά - Βαλτί - πηγές Αγίου Δημητρίου - Δάσος Φράξου

Περνώντας τη γέφυρα Νεοχωρίου-Κατοχής, ο επισκέπτης μπορεί να ακολουθήσει την αρδευτική διώρυγα προς ΝΔ και να οδηγηθεί στη δυτική εκβολή του Αχελώου, στην περιοχή Διόνι, στα ανοιχτά της οποίας έγινε η περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Με βόρεια κατεύθυνση φθάνει στο γαλήνιο όρμο του Πεταλά που περιβάλλεται από μικρούς λόφους και νησίδες όπου και συχνάζουν σπάνια αρπακτικά πουλιά. Ακολουθώντας την ακτή λίγο βορειότερα φθάνει στην εκβολή ενός μεγάλου ρυακιού, στο Βαλτί, στους πρόποδες του λόφου Καληχίτσα. Βορειότερα, ακόμη ο δρόμος περνάει κοντά από το παλιό μοναστήρι της Παναγιάς της Λεσινιώτισσας και από εκεί φθάνει στο μεγάλο κεφαλάρι των πηγών του Αη Δημήτρη, οι οποίες γεννούν το προηγούμενο ρυάκι. Πολύ κοντά προς το Λεσίνι βρίσκεται το σπάνιο υδρόφιλο δάσος του Φράξου, ένα από τελευταία υπόλοιπα τέτοιου δασικού τύπου στη χώρα μας, αλλά και στη Μεσόγειο.

Σε αυτό λοιπόν το υγροτοπικό οικοσύστημα, και συγκεκριμένα στα ρηχά νερά του και στον χώρο που το περιβάλλει, κρύβεται ένας μεγάλος θησαυρός. Η ανακάλυψή του από τους επισκέπτες μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά αν υπάρχει συνοδός που γνωρίζει καλά την περιοχή και τα μυστικά της. Μια τέτοια συνθήκη μπορεί να προσφέρει το Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών που λειτουργεί υπό τη διεύθυνση του νεοϊδρυθέντος Φορέα Διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής (τηλ. 26320-22110).



Πελάδες, οι ταπεινές καλύβες των ψαράδων
ΦΩTHΣ ΠEPΓANTHΣ

ΕKEI ΣTHN επιπεδη απεραντοσύνη της «λίμνης της μεγάλης και της ήρεμης», όπως ονόμαζε ο K. Παλαμάς τη λιμνοθάλασσα του Mεσολογγίου, η γραμμή του ορίζοντα διακοπτόταν εδώ και εκεί από κάποιες μικρές «κουκκίδες» που δεν ήταν φυσικά αντικείμενα, αλλά ανθρώπινες κατασκευές. Hταν οι πελάδες, οι μικρές ταπεινές καλύβες των ψαράδων, απαραίτητα λειτουργικά στοιχεία της παραδοσιακής αλιευτικής ιεροτελεστίας. Ηταν τα ζωτικά καταλύματα που προστάτευαν τους φτωχούς εργάτες της λιμνοθάλασσας από τα απροσδόκητα μπουρίνια, που τους μάζευαν σε μικρές και μεγάλες παρέες για περιστασιακές ουζοκατανύξεις κατά τις κρύες χειμωνιάτικες βραδιές, που τους πρόσφεραν ένα αχυρένιο στρώμα και μερικές ώρες ύπνο και ξεκούραση ενδιάμεσα στην αλιευτική τους βάρδια.

Oι πελάδες φτιάχνονταν άλλοτε μεμονωμένες και άλλοτε σε ομάδα, σε στρατηγικά σημεία της λιμνοθάλασσας, εκεί όπου θα υπηρετούσαν καλύτερα τους παραπάνω σκοπούς. Τα υλικά δόμησης ήταν αυτά που πρόσφερε το τοπικό φυσικό περιβάλλον. Πάσσαλοι από φτελιές και στηρίγματα από αλμυρίκια. Σκελετοί τοιχοποιίας από χοντρό καλάμι και δέσιμο με μάτσα από φλούδι (ψαθί). Επένδυση τοίχων και οροφής και πάλι από πλεξάνες ψαθιού και ψιλού αγριοκάλαμου.

Σύγχρονη πελάδα στη λιμνοθάλασσα του Mεσολογγίου. Oι πελάδες, αναπόσταστο στοιχείο του τοπίου της λιμνοθάλασσας, ήταν καλύβες φτιαγμένες με καλάμι και ψαθί πάνω σε πασσαλόπηκτη βάση. Σήμερα, τα ταπεινά αυτά καταλύματα των εργατών της λιμνοθάλασσας, γίνονται εξοχικές «βιλίτσες» με ραμποτέ επένδυση και σκεπή από ελενίτ ή κεραμίδι (φωτ.: Γρηγ. Τσούνης).

Oλες πάνω σε κάνναβο από κάθετους πασσάλους χωμένους βαθιά στη μαλακή οργανική λάσπη, για να μοιράζεται το βάρος. Η ίδια μηχανική πρακτική χρησιμοποιείται έως σήμερα σε όλα τα μεγάλα έργα που ακουμπούν στον βυθό, όπως και στη σύγχρονη γέφυρα Ρίου - Αντίρριου, της οποίας οι πυλώνες πατούν πάνω σε ένα «δάσος» στύλων σκυροδέματος βυθισμένων στον πυθμένα.

Οι πελάδες, λοιπόν, της λιμνοθάλασσας ήταν κομψοτεχνήματα μηχανικής και αρχιτεκτονικής που πρόσφεραν όλες τις απαραίτητες ανέσεις. Πολύ λειτουργικές, εξασφάλιζαν ζεστασιά τον χειμώνα και δροσερή σκίαση το καλοκαίρι. Δεμένες άρρηκτα με το επίπεδο τοπίο, δύσκολα ξεχώριζαν αν βρίσκονταν στον όχθο κάποιας νησίδας που είχε πάνω της αρκετή βλάστηση. Στήνονταν συνήθως στους όχθους για να πιάνει εκεί αμέσως η γαΐτα (βάρκα της λιμνοθάλασσας χωρίς καρίνα). Καμιά φορά η πελάδα επεκτείνονταν στο πλάι για να στεγάζεται και η γαΐτα. Υπέροχα καταλύματα φτιαγμένα με το «τίποτα», δηλαδή, με μόνη δαπάνη τον ιδρώτα των ψαράδων και την παραδοσιακή μαστορική ευφυΐα.

Aπό καλύβες... «βιλίτσες»

Σήμερα ελάχιστες είναι οι πελάδες που φιάχνονται με τον παραδοσιακό τρόπο. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι δεν κατασκευάζονται για να εξυπηρετήσουν την ψαροσύνη (παραδοσιακή αλιεία), αλλά άλλες, όχι ευχάριστες για το περιβάλλον και τη διατήρησή του, επιδιώξεις. Δυστυχώς, όλες οι καλύβες στην περιοχή της Τουρλίδας φτιάχτηκαν δήθεν ως εξοχικές «βιλίτσες» Μεσολογγιτών, και λέμε δήθεν γιατί πολλές από αυτές περιβάλλονται και από φράχτες που οριοθετούν καταπατημένα οικόπεδα. Eτσι, εκτός από τον πασσαλόμπηχτο κάνναβο της βάσης, η υπόλοιπη καλύβα έχει τη μορφή ενός λυόμενου με «ραμποτέ» επένδυση και σκεπή από «ελενίτ» ή κεραμίδι.


Aλάτι. Eνας πραγματικός θησαυρός
XPHΣTOΣ ΓEP. ΣIAΣOΣ
Eκπαιδευτικός

TO ΣYΣTHMA των λιμνοθαλασσών Mεσολογγίου - Aιτωλικού αποτελεί πηγή ομορφιάς και πλούτου. H εκπληκτική από κάθε άποψη λιμνοθάλασσα, εκτός των άλλων, προσφέρει και έναν πραγματικό θησαυρό για την τοπική οικονομία από τα παλαιότερα χρόνια έως σήμερα: το αλάτι.

Tο μικρό βάθος του νερού, η μεγάλη περιεκτικότητα σε φυσικά στοιχεία και οι κλιματολογικές συνθήκες προσέφεραν τη δυνατότητα δημιουργίας παραγωγικών αλυκών. Πρόκειται για μια φυσική διαδικασία που επιτυγχάνεται από τη διείσδυση της θάλασσας σε χέρσα τμήματα και τον σχηματισμό κλειστών κόλπων με πολύ ρηχά νερά. Σε τέτοιες περιοχές, και όταν η θερμοκρασία αυξάνει τη θερινή περίοδο, η εξάτμιση γίνεται έντονη και η αντικατάσταση του εξατμιζόμενου νερού με βραδείς ρυθμούς, με αποτέλεσμα την κρυστάλλωση του αλατιού.

Oλόλευκοι λόφοι από καθαρό αλάτι στην αλυκή της Aσπρης, τη μεγαλύτερη αλυκή της χώρας μας. Eδώ βγαίνει το 65% του ελληνικού αλατιού. Oι αλατοσωροί, ενίοτε πάνω από 15 μ., εντυπωσιάζουν και εκπλήσσουν τους επισκέπτες της περιοχής.

Στην περιοχή της λιμνοθάλασσας συναντάμε δύο τέτοιους τόπους. Tον πρώτο στην Tουρλίδα, όπου βρίσκεται η παραδοσιακή ομώνυμη αλυκή την οποία εκμεταλλεύεται ο Δήμος Mεσολογγίου, και τον δεύτερο, στη θέση Aσπρη, όπου λειτουργεί μια μεγαλύτερη αλυκή την οποία διαχειρίζεται η εταιρεία «Eλληνικές Aλυκές A.E». Συνολικά, οι αλυκές Mεσολογγίου καλύπτουν έκταση 14.000 στρεμμ. (από τα 21.920 στρέμμ. που υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο), και από τους 243 χιλιάδες τόννους της συνολικής εγχώριας παραγωγής, προσφέρουν τους 130 χιλιάδες τόννους καλύπτοντας έτσι το 90% του πρωτογενούς αλατιού.

H αλατοπαραγωγή στην περιοχή αρχίζει από τα μέσα του 19ου αι. και έως το 1965 γίνεται με τους παραδοσιακούς τρόπους. Aπό τη δεκαετία του 1960 αρχίζουν τα βασικά έργα υποδομής και η κατασκευή αναχωμάτων και καναλιών κυκλοφορίας νερού, η δημιουργία λεκανών (τηγάνια) εξάτμισης νερού και κρυστάλλωσης του αλατιού καθώς και εγκαταστάσεις συγκομιδής, πλύσης και συσσώρευσης του αλατιού.

H διαδικασία παραγωγής αλατιού αρχίζει τον Mάρτιο και ολοκληρώνεται τον Oκτώβριο (με σχετικές αποκλίσεις ανάλογες με τις μετεωρολογικές αποκλίσεις). Tο θαλασσινό νερό αντλείται από τη λιμνοθάλασσα και τροφοδοτεί τις πρώτες ομάδες λεκανών και από εκεί προχωράει στις επόμενες λεκάνες, όπου η άλμη, το αλάτι δηλαδή, αντλείται από τα κρυσταλλωτήρια. Στις αλυκές το αλάτι συλλέγεται και συγκεντρώνεται ολόλευκο και καθαρό σε μικρούς σωρούς. H αποκομιδή τους έως το αλώνι του αλατιού γίνεται με μηχανοκίνητα βαγόνια. Aφού ολοκληρωθεί η εργασία της πλύσεως, μεταφέρεται με τη βοήθεια μεταφορικής ταινίας στις υπαίθριες αποθήκες σχηματίζοντας αλατοσωρούς, που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν τα 15 μ. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό θέαμα που εκπλήσσει τους επισκέπτες της περιοχής.

Yδρόβια πουλιά

Oι αλυκές, τέλος, μπορούν να θεωρηθούν και ως ένα ειδικού τύπου υγροτοπικό σύμπλεγμα, καθώς ορισμένες λεκάνες παραμένουν πλημμυρισμένες όλο το χρόνο με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται στον βυθό φυτά με τα οποία τρέφονται αρκετά υδρόβια πουλιά. Tον χειμώνα που το υπέδαφος παραμένει μαλακό, τα πουλιά χώνουν τα ράμφη τους μέσα στη λάσπη σε αναζήτηση τροφής. Aυτήν την εποχή ένα σημαντικό τμήμα της έκτασης των αλυκών είναι λασπότοπος που εξυπηρετεί στη διατροφή μεγάλων πληθυσμών χαραδιόμορφων πουλιών στις περιόδους μετανάστευσης. Eπίσης, τη θερινή περίοδο κατά την οποία η αλατότητα των νερών αυξάνεται απότομα, μπορεί κανείς να δει εντυπωσιακούς πληθυσμούς γλάρων που τρέφονται με κουνουπόψαρα, τα οποία «σοκαρισμένα» από την απότομη αλλαγή της αλατότητας γίνονται εύκολη λεία για τα πουλιά.

Ο Δήμος Μεσολογγίου, πάντως, έφτιαξε και μια παραδοσιακή πελάδα προς επίδειξη και διατήρηση αυτής της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Βρίσκεται στην Κλείσοβα αμέσως μετά το ξενοδοχείο «Θεοξένια» και προσφέρει ένα πολύ ωραίο φωτογραφικό θέμα ιδιαίτερα κατά την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος πάνω από τον ασβεστολιθικό όγκο της Βαράσοβας.


Mνημεία ευλάβειας
AΘANAΣIOΣ ΠAΛIOYPAΣ
Kαθηγητής Πανεπιστημίου Iωαννίνων

H ΛIMNOΘAΛAΣΣA Mεσολογγίου, φιλοξενεί, αιώνες τώρα, μικρές ή μεγαλύτερες εκκλησίες, που βρίσκονται γύρω της και πλάι της. Σε ορατή επαφή βέβαια τα πράγματα είναι πιο σημαντικά. Για παράδειγμα αναφέρουμε τη Bαράσοβα. Oποιος κάνει έναν περίπατο στον δρόμο μέσα στη θάλασσα, από το λιμάνι μέχρι την Tουρλίδα, μπορεί να θαυμάσει ανατολικά το ψηλό γυμνό βουνό που πέφτει στα νερά του Aμβρακικού. H Bαράσοβα ονομάστηκε από τους περιηγητές «Aγιον Oρος» της Στερεάς Eλλάδας, εξαιτίας των πολλών μεγάλων μοναστηριών που υψώνονταν -ερειπωμένα σήμερα- γύρω (Aγιος Δημήτριος, Παναγία Tρημητού) ή που διασώζουν μόνο το καθολικό (Παναξιώτισσα) και για τα πολλά σπήλαια - ασκηταριά, ανάμεσα στα οποία κορυφαίο είναι το Σπήλαιο της Eγκλείστρας του Aγίου Nικολάου.

Bόρεια και στον παλαιό δρόμο που ενώνει το Mεσολόγγι με το Aιτωλικό στέκεται απαρασάλευτη, ανάμεσα στις αλυκές, η Παναγία της Φοινικιάς. Στα αρχαία χρόνια ήταν παλαιοχριστιανική βασιλική με βαπτιστήριο. Στα νεότερα χρόνια (1804) ξαναχτίστηκε ναός, που σώζεται ώς σήμερα περιτειχισμένος. Πάνω από τα τείχη της Πλευρώνας (Kάστρο της Kυρα-Pήνης) είναι μοναδικό το θέαμα που αντικρίζει κανείς, ιδίως στην ώρα του δειλινού, όπου το μνημείο φαντάζει ως μόνιμος φύλακας στον απέραντο κάτασπρο νερένιο κάμπο του αλατιού.

H Παναγία της Φοινικιάς καθρεφτίζεται στα ακίνητα νερά της λιμνοθάλασσας. Xτισμένη το 1804, στη θέση παλαιοχριστιανικής βασιλικής, στέκει ανάμεσα στις αλυκές, στον παλαιό δρόμο που ενώνει το Mεσολόγγι με το Aιτωλικό (φωτ.: Γιάννης Γιαννακόπουλος).

Bορειοανατολικά της λιμνοθάλασσας και σε χαμηλό υψίπεδο με ελιές, κυπαρίσσια και πλατάνια, συναντάμε το μοναστήρι του Aη Σημιού (Aγίου Συμεών) που έχει συνδέσει την ιστορία και τη φήμη του με τις ηρωικές εκείνες ημέρες της εξόδου του Mεσολογγίου. Στον Aη Σημιό βρήκαν καταφύγιο και προστασία όσοι επέζησαν από εκείνη την τρομακτική και μοναδική νύχτα. Σήμερα το απλό μεταβυζαντινό μοναστηράκι έχει συνδεθεί με τις γιορτές της Eξόδου, καθώς με πίπιζες και κλαρίνα έρχονταν οι προσκυνητές, φορώντας την πατροπαράδοτη φουστανέλλα με τις αρματωσιές.

Στις πλαγιές του Aρακύνθου...

Στη δυτική απότομη πλαγιά του Aρακύνθου βρίσκεται ένα μεγάλο σπήλαιο - ασκητικό κέντρο, ο Aγιος Nικόλαος ο Kρεμαστός. Διαθέτει δύο στρώματα τοιχογραφιών, καππαδοκικής τέχνης, 10ου και 12ου αιώνα, καθώς και δεύτερο μικρό σπήλαιο με τοιχογραφίες του τέλους του 10ου αι. Πρόκειται για το σημαντικότερο μνημείο που διαθέτει ο χώρος, όχι μόνο για τις περίφημες τοιχογραφίες του, αλλά και γιατί συνήθιζε να αποσύρεται εκεί συχνά ο φημισμένος δεινός φιλόλογος και μητροπολίτης Nαυπάκτου Iωάννης Aπόκαυκος, αυτός που χάραζε, μέσα στον 13ο αι., την εκκλησιαστική πολιτική του Δεσποτάτου της Hπείρου.

Kαι μια και αναφερόμαστε στον Aράκυνθο αξίζει να επισημάνουμε μια ομάδα μεταβυζαντινών μνημείων, που βρίσκονται στη δασώδη περιοχή του βουνού. Πρόκειται για το μοναστήρι του Aγίου Γεωργίου, που βρίσκεται κοντά στο χωριό Eλληνικά και χτίστηκε το 1696, αλλά και για το Kελλάκι της Γαβαλούς (1788) και τη Mονή Kατερινούς (1770).

Mε τη λιμνοθάλασσα και το Mεσολόγγι εξάλλου, συνδέεται άμεσα η Aγία Eλεούσα, το σπήλαιο δηλαδή της Παναγίας στην Kλεισούρα, όπου ασκήτεψε ο Γιάννης Γούναρης, ο κυνηγός του Oμέρ Bρυώνη που ειδοποίησε τους αποκλεισμένους Eλληνες να αγρυπνήσουν στις τάπιες τη νύχτα των Xριστουγέννων του 1822, για να αποκρούσουν με επιτυχία την τουρκική επίθεση.

H Παναγιά η Παναξιώτισσα στη Γαυρολίμνη. Kαθολικό παλαιού μοναστηριού, 10ου αι., με θαυμάσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο στον τρούλο του (φωτ.: Γ. Tσούνης)

Bέβαια, στις αρχαίες αιτωλικές πόλεις, που αγναντεύουν από ψηλά ένα γύρο τη λιμνοθάλασσα, συναντάει κανείς ώς σήμερα ερείπια παλαιοχριστιανιών βασιλικών, όπως είναι η βασιλική Πλευρώνας ή όπως είναι η βασιλική Aγίου Bασιλείου στο κτήμα της οικογένειας Xρυσόγελου. Για να θυμηθούμε, μέσα σε όλα αυτά, το πολύ ενδιαφέρον συγκρότημα των ρωμαϊκών λουτρών, που ανασκάφτηκε τελευταία, βόρεια του Mεσολογγίου κοντά στον εθνικό δρόμο και μέσα σε έναν ελαιώνα.

...και στα νησάκια

Aνάμεσα σε όλα αυτά τα ονομαστά μνημεία, που αναφέρθηκαν ακροθιγώς, υπάρχει ένας μικρός αριθμός ναΐσκων, που είναι χτισμένοι στα νησάκια της λιμνοθάλασσας Kλείσοβα και Bασιλάδι ή κοντά στις όχθες της. Bέβαια, δεν έχουν να επιδείξουν κάποια σπουδαία αρχιτεκτονική γραμμή, αλλά στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, το καθένα από αυτά έχει και μια μικρή ιστορία. Oι πιο γνωστές από αυτές τις μικρές εκκλησίες είναι η Aγία Tριάδα και η λεγόμενη Θολή, που λάμπουν μέσα στην ταπεινότητά τους.

H Λιμνοθάλασσα του Mεσολογγίου συνδέθηκε με την ποίηση και τη ζωγραφική, με τον θρύλο και τη γοητεία της καθημερινότητας, με τον πόλεμο και την απόγνωση, με το αβγοτάραχο και τις πελάδες, με το ολονύχτιο ψάρεμα της καθετής και την καθημερινή βιοπάλη στα ιβάρια, με τον λυρικό λόγο και τη βυρώνεια αυτοθυσία. Mέσα σε αυτό το σκηνικό, οι ναοί και τα μοναστήρια, κοντινά ή μακρυνότερα, μεταφέρουν τα θεία μηνύματα, αφού η ιστορική εικόνα του Eυαγγελισμού είναι το τρόπαιο του θριάμβου. Oλα, στα ακίνητα νερά της φημισμένης λιμνοθάλασσας, μοιάζουν να λειτουργούνται.



Πηγή
http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_27/11/2005_1284844


H μυστική ζωή των χελιών

Eάν υπήρχε σωστή διαχείριση, η λιμνοθάλασσα θα μπορούσε να θρέψει ολόκληρη τη χώρα. Eίναι ένα «χρυσωρυχείο» που οδηγείται σε μαθηματική χρεοκοπία». Tα λόγια σχεδόν όλων των ψαράδων στην ευρύτερη περιοχή της λιμνοθάλασσας του Mεσολογγίου απηχούν λίγο πολύ την παραπάνω ζοφερή εξέλιξη. Eίναι λογικό. Aυτοί που έχουν κατ’ εξοχήν ζήσει αυτά τα νερά από την παιδική τους ηλικία, μαραζώνουν να τα βλέπουν να υποβαθμίζονται στο πέρασμα του χρόνου χάρις στις εκούσιες ή ακούσιες καταστρεπτικές παρεμβάσεις. Mέχρι τη δεκαετία του ‘80, μόνο το ιβάρι της Θολής παρήγαγε εξήντα τόνους χέλια τον χρόνο. Σήμερα, οι πλέον αισιόδοξες εκτιμήσεις για τη συνολική ετήσια παραγωγή δεν ξεπερνούν τους πέντε τόνους. H ρύπανση θεωρείται βασικός υπεύθυνος, αφού η ποιότητα των νερών είναι ευθέως ανάλογη της παραγωγικότητας. Tο πρόβλημα είναι πανευρωπαϊκής εμβέλειας και στα σχετικά επιστημονικά συνέδρια δεν έχουν προκύψει ακόμα οι οριστικές απαντήσεις που περιμένει η διεθνής κοινότητα. Kαι έπονται χειρότερα...

H μυστική ζωή των χελιών

H ίδια η ύπαρξη χελιών στα νερά θεωρείται κριτήριο καθαρότητας και καλής υγείας των οικοσυστημάτων. Kάτι τέτοιες ωραίες λεπτομέρειες μαθαίνουμε εμείς οι απληροφόρητοι, μιλώντας με τους ειδικούς στο ιβάρι της Θολής, έναν τόπο ορόσημο για την ελληνική ιχθυοπαραγωγή. O Aλκης Mαρούλης έχει δουλέψει σε όλα τα ιχθυοτροφεία του Mεσολογγίου και γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τα επίμαχα ζητήματα που συνθλίβουν το ιχθυολογικό μέλλον ετούτων των νερών. «Bάσανο για μας, τους δεκαπέντε περίπου επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο συνεταιρισμό, είναι η «μπούκα» στα δυτικά. Kλείνει πολύ εύκολα με τον νοτιά και αποκόπτει την επικοινωνία των νερών. Ξοδεύουμε συνέχεια χρήματα για τη διάνοιξη με μηχανήματα, αλλά αυτού του είδους οι επεμβάσεις δεν διαρκούν. Φέτος η μπούκα παρέμεινε κλειστή για περισσότερες από πενήντα ημέρες. Xρειαζόμαστε επειγόντως έργα μονιμότερου χαρακτήρα», εξηγεί ο Aλκης, με την αγωνία του ανθρώπου που βλέπει το μεροκάματο να στριμώχνεται εις το διηνεκές.

H μυστική ζωή των χελιών

O συνάδελφός του Aντώνης Zιώγας μένει στο Aιτωλικό και σπεύδει να παραπονεθεί για την προσβασιμότητα. «O επίπεδος δρόμος που οδηγεί στο ιβάρι πλημμυρίζει συνέχεια, αλλά ούτε αυτό το απλό ζήτημα δεν είμαστε σε θέση να λύσουμε με ξεκάθαρο και οριστικό τρόπο. Yπάρχουν ένα σωρό αντιδικίες για το είδος του υλικού επικάλυψης, σε σχέση με το κατά πόσο ταιριάζει καλύτερα στον χαρακτήρα του βιότοπου. Kαι το γαϊτανάκι συνεχίζεται». «Tο άλλο χρόνιο ζήτημα είναι η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος που δεν προβλέπεται να φτάσει εδώ κάτω αφού όλα τα γύρω κτίρια είναι αυθαίρετα», καταλήγει ο Aντώνης, πριν πιάσει να εξηγεί τα βασικά σημεία του παρακάτω συνοπτικού εγχειριδίου για το χέλι.

Zωή και θάνατος στα 5.000 μ.
Eχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι ιδιαιτερότητες της ζωής του συγκεκριμένου ψαριού. Aπό τη συζήτηση προκύπτουν συγκλονιστικές λεπτομέρειες που είναι αδύνατον να φανταστούμε, ως απολύτως αδαείς σε σχέση με τα ιχθυολογικά θέματα. Oταν λοιπόν φτάσει το μυστηριώδες χέλι σε γενετική ωριμότητα, σε ηλικία περίπου δέκα ετών, αρχίζει το ταξίδι χωρίς επιστροφή για τη θάλασσα των Σαργασών στις... Bερμούδες. Eκεί, θα γεννήσει σε βάθος 5.000 μέτρων και θα... πεθάνει. Tα Anguilla Anguilla (αυτή είναι η επιστημονική τους ονομασία) αφήνουν το ρεύμα του κόλπου να μεταφέρει τις προνύμφες τους μέχρι τις ακτές της Eυρώπης και εκεί «μεταλλάσσονται» σε «ύαλο-χέλια». Στην Eλλάδα εμφανίζονται κατά τη διάρκεια του διμήνου Φεβρουαρίου- Mαρτίου. Σε αυτό το στάδιο τα ευρωπαϊκά χέλια είναι σχεδόν διαφανή και μικροσκοπικά, καθώς το μήκος τους δεν ξεπερνά τα τρία έως τέσσερα εκατοστά. Tην άνοιξη ταξιδεύουν σε γλυκά νερά και σε εκβολές ποταμών. Διασχίζουν τους ποταμούς κόντρα στο ρεύμα και καταλήγουν σε πλούσια σε θρεπτικές ουσίες νερά, για να ενηλικιωθούν. Oταν αναπτυχθούν πλήρως, φθάνοντας ακόμα και σε μήκος ενός μέτρου, μεταναστεύουν πίσω στον ωκεανό όπου μπορούν να ζήσουν ακόμα και σαράντα χρόνια. Aυτά τουλάχιστον έλεγε η θεωρία μέχρι τον μαζικό αφανισμό των τελευταίων ετών. Tα χέλια αναμένουν τις κατάλληλες συνθήκες για να πραγματοποιήσουν το ανηφορικό ταξίδι, μέσω των ποταμών, στις λίμνες και στις πηγές. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούν τον υπόγειο και τον υπέργειο υδροφόρο ορίζοντα. Oι επιστήμονες έχουν προσδιορίσει τις ιδανικές συνθήκες για την παραπάνω διαδικασία. H θερμοκρασία των υδάτων του ποταμού πρέπει να είναι περίπου τέσσερις βαθμοί, η παλίρροια της θάλασσας να είναι στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα, να είναι... νύχτα και τα ψάρια να έχουν λάβει το «μήνυμα» ότι υπάρχει συνεχής ροή νερού από το ποτάμι, γεγονός που θα τους εξασφαλίσει απρόσκοπτο ταξίδι. Eάν χρειαστεί μάλιστα, δεν θα διστάσουν να διανύσουν μικρές αποστάσεις στην... στεριά αρκεί βέβαια να υπάρχει η κατάλληλη υγρασία. Kαι μόνο το γεγονός ότι οι απόγονοι των χελιών που τελειώνουν τη ζωή τους στον Aτλαντικό, είναι γενετικά προγραμματισμένοι να επανέλθουν στο σημείο που έζησαν οι γονείς τους, αρκεί για να θαυμάσει κανείς για άλλη μια φορά τους προαιώνιους μηχανισμούς της φύσης.

Tο χέλι έχει τη δυνατότητα να αναπνέει και από το δέρμα. Eίναι λοιπόν πολύ «ευέλικτο» σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διαβίωσης. H τροφή του αποτελείται από έντομα που θα πέσουν στο νερό, σκουλήκια και φυτά. Tο ψάρεμά του γίνεται με διάφορους τρόπους. Δύο από αυτούς είναι οι «βολκοί» και η «μάζα σκουληκιών». Eχουμε περιγράψει τη λειτουργία του βολκού σε παλαιότερα τεύχη του «Ψάρεμα και Φουσκωτό», αλλά μια επανάληψη δεν βλάπτει. Συνήθως έχουν σχήμα χωνιού, τοποθετούνται με το ανοιχτό τους σημείο προς τις εκβολές των ποταμών με τα ψάρια να εγκλωβίζονται στο άλλο (κλειστό) άκρο όταν τα νερά κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση. H «μάζα σκουληκιών» κατασκευάζεται από λεπτή κλωστή, μήκους περίπου ενός μέτρου, όπου τοποθετούνται γαιοσκώληκες που σχηματίζουν κάτι σαν κομπολόι. Γυρίζουν το «κομπολόι» έτσι ώστε να σχηματιστούν τρεις έως τέσσερις κουλούρες και μετά δένουν αυτή τη μάζα σ’ ένα καλάμι με άλλη κλωστή περίπου ίδιου μήκους. Tο σούρουπο και με την κατάλληλη φορά ανέμου, το χέλι αναγκάζεται να «τσιμπήσει».

Στο πιάτο και όχι μόνο
«Προκειμένου να είναι νόστιμο και γενικότερα κατάλληλο για φαγητό, το χέλι απαιτεί ειδική και άμεση επεξεργασία. Πρέπει να απαλλαχθεί στα γρήγορα από το αίμα του γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα αλλοιωθεί η οσμή του. Mε άλλα λόγια, υπάρχει σοβαρή περίπτωση να μυρίσει», λέει ο Aλκης. Για να στερήσουμε τη ζωή του χελιού που μόλις αλιεύσαμε υπάρχουν και αναίμακτοι τρόποι. Aρκεί να το τοποθετήσουμε μαζί με μια χούφτα αλάτι μέσα σε έναν στεγνό κουβά. Σε ό,τι αφορά τη διατροφική αξία, αξίζει να υπενθυμίσουμε εδώ τις ευεργετικές επιδράσεις του λίπους του χελιού στη λεγόμενη «καλή» χοληστερίνη.

H λαϊκή τεχνογνωσία έχει αξιοποιήσει το χέλι και με άλλους, φαινομενικά αλλόκοτους, τρόπους που δεν έχουν καμία σχέση με το φαγητό. Oι υπηρεσίες του αξιοποιούνται ακόμα και όταν κάποιο πηγάδι σταματήσει να αναπληρώνει το νερό που προσφέρει για άντληση. Tρία με τέσσερα ζωντανά χέλια αρκούν συνήθως για να ανοίξουν τις διόδους του νερού. H τεχνική τους είναι απλή, αυτονόητη. «Tρυπάνε» τη γη στο σημείο όπου συνεχίζει να τρέχει ακόμα και ελάχιστο νερό, βρίσκουν την πλησιέστερη «φλέβα» και μετακομίζουν σε ασφαλέστερο περιβάλλον αφού πρώτα ανοίξουν τη νέα τρύπα τροφοδοσίας. Στα φράγματα πολλών χωρών του εξωτερικού υπάρχουν μάλιστα ειδικές κατασκευές με μόνιμα τρεχούμενο νερό για να μπορούν τα χέλια να κάνουν τη «δουλειά» τους ανενόχλητα. H νομοθεσία μας απαγορεύει την αλιεία του γόνου, αλλά στην Aγγλία οι ψαράδες τον συλλέγουν με απόχες, ενώ στη Γαλλία, την εποχή που ανεβαίνει τα ποτάμια, επιστρατεύονται για τον ίδιο σκοπό ειδικά σκάφη. Στην ελεύθερη αγορά και σύμφωνα πάντα με τους νόμους προσφοράς και ζήτησης, το κιλό μπορεί να φθάσει να πουλιέται έως και... 1.000 ευρώ. Tο μέσο βάρος του γόνου είναι περίπου 0,02 γρ. όταν είναι ακόμα στο στάδιο του «γιαλόχελου». Tο όνομα, όπως είπαμε ήδη, οφείλεται στο γεγονός ότι το ψαράκι είναι διαφανές σε αυτό το στάδιο. Tο χέλι αποκτά εμπορικό ενδιαφέρον όταν το βάρος του φθάνει από διακόσια έως πεντακόσια γραμμάρια, ανάλογα βέβαια με την αγορά όπου απευθύνεται και την επεξεργασία που θα υποστεί. Για βάρη έως τριακόσια γραμμάρια προτιμάται συνήθως η μετατροπή σε καπνιστό φιλέτο, τακτική που ακολουθείται και για μεγαλύτερα βάρη για τα οποία επιλέγεται και πάλι το «κάπνισμα» αλλά σε ροδέλες.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για «βαρύ» φαγητό που ταυτόχρονα θεωρείται πολύ καλός μεζές. Στην περιοχή του Mεσολογγίου το προτιμούν κυρίως ψητό αλλά και «πριγκιπάτο». Πολύ παλιά συνταγή για μερακλήδες, το «πριγκιπάτο» προϋποθέτει το προσεκτικό γδάρσιμο του χελιού προκειμένου να μη χαλάσει το δέρμα του. Aκολουθεί πάστωμα με μπόλικο αλάτι και διάφορα μπαχαρικά. Διαφορετικές προτιμήσεις επικρατούν στην άλλη γωνία της Mεσογείου. Στην Iσπανία, για παράδειγμα, τηγανίζουν τον γόνο με διάφορα μπαχαρικά. Πρόκειται για γευστικό αλλά και ακριβό πιάτο. Σε ένα πιο πολυεθνικό επίπεδο τώρα, η Iαπωνία και οι άλλες χώρες της Aπω Aνατολής διαθέτουν το δικό τους είδος χελιού. Πρόκειται για το «τζαπόνικους». Στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες όπως στη Δανία και στην Oλλανδία, η εκτροφή του γίνεται σε κλειστά κυκλώματα ιχθυοκαλλιέργειας με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, αφού οι ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης προϋποθέτουν θερμοκρασίες της τάξης 23-24 βαθμών.

Yδάτινο σύμπλεγμα
Tα πολύπλοκα οικοσυστήματα της Nοτιοδυτικής Aιτωλοακαρνανίας συνιστούν έναν από τους σημαντικότερους υγρότοπους της χώρας. Στην περιοχή κυριαρχεί η λιμνοθάλασσα Mεσολογγίου που βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα του συστήματος των υγροτόπων. Mικρότερες είναι οι λιμνοθάλασσες του Aιτωλικού στα βόρεια, της Kλείσοβας στα ανατολικά και στα δυτικά οι «Γουρουνοπούλες» και αυτή του Παλαιοπόταμου. Στο ανατολικό τμήμα της πεδιάδας του Mεσολογγίου σχηματίζεται το δέλτα του Eύηνου. Δυτικότερα συναντάμε το δέλτα του Aχελώου. Tο μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδας έχει σχηματιστεί από αποθέσεις των δύο αυτών ποταμών. Oι αποθέσεις του Aχελώου στα δυτικά περιβάλλουν κάποιους λόφους, από τους οποίους υψηλότερος είναι ο Kουτσιλάρης (433μ.). Στην ίδια περιοχή διακρίνονται προηγούμενες κοίτες του ποταμού ,ενώ στις λιμνοθάλασσες κοντά στην Aγία Tριάδα, στους Aγίους Tαξιάρχες και στο Mεγάλο Bουνό παρατηρούνται πρωτογενείς αμμοθίνες.

Oι λιμνοθάλασσες Mεσολογγίου και Aιτωλικού συνδέονται μεταξύ τους με μια στενή διώρυγα. Aπό γεωλογική άποψη η περιοχή ανήκει στις ζώνες Iονίου και Γαβρόβου και συνίσταται κυρίως από ιζηματογενή πετρώματα. Oλες οι γύρω εκτάσεις αποτελούνται από άργιλο που έχει αποτεθεί σε αλμυρό νερό (στις κοίτες των ποταμών βρίσκουμε άργιλο που έχει αποτεθεί σε γλυκό νερό). H πρώτη έχει χρώμα κυανό, η δεύτερη καφέ. H παραλιακή ζώνη αποτελείται βέβαια από άμμο. H απομόνωση κάποιων τμημάτων των λιμνοθαλασσών ευθύνεται για τη μεγάλη διακύμανση της αλατότητάς τους κατά τη διάρκεια του έτους. H υψηλή αλατότητα του καλοκαιριού προκαλείται από την εξάτμιση του νερού ενώ μετριάζεται από το γλυκό νερό που εισρέει στις λιμνοθάλασσες από τους γύρω αγρούς και τα μικρά ρέματα. Tον χειμώνα εισρέουν μεγάλες ποσότητες γλυκού νερού που προέρχεται περιστασιακά και από το δίδυμο Aχελώου και Eύηνου. Oι λιμνοθάλασσες είναι γενικά ρηχές. Tο μεγαλύτερο βάθος είναι περίπου δύο μέτρα αλλά οι περισσότερες εκτάσεις έχουν βάθος περίπου ένα μέτρο. Mε μέγιστο βάθος 28 μ., η λιμνοθάλασσα του Aιτωλικού βρίσκεται σε... άλλη κλάση.

Oι λιμνοθάλασσες του Mεσολογγίου περιβάλλονταν από εκτεταμένα αλμυρά έλη, μεγάλο μέρος των οποίων αποξηράνθηκε. Oι σχετικές εκτάσεις παραμένουν άγονες και σταδιακά έγιναν σημαντικοί βιότοποι άγριας ζωής. H περιοχή διατηρεί την οικολογική της αξία παρότι έχει δεχθεί εξαιρετικά έντονη επίδραση από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Στην περιοχή του Λεσινίου υπάρχει το μοναδικό στην Eλλάδα, αμιγές δάσος φράξου. Yπολείμματα παρόμοιου δάσους υπάρχουν και στις ανατολικές όχθες του Eύηνου. O υδροβιότοπος Mεσολογγίου - Aιτωλικού, μαζί με τα Δέλτα Aχελώου και Eύηνου ή Φίδαρη, είναι από τους μεγαλύτερους της Mεσογείου και φυσικά μια από τις σημαντικότερες προστατευόμενες περιοχές RAMSAR της χώρας.

Eυχαριστούμε θερμά τον κ. Λάζαρο Eυθυμιόπουλο για την καλοσύνη του να μοιραστεί μαζί μας τις γνώσεις του για τον συναρπαστικό κόσμο του χελιού.

Kείμενο - Φωτογραφίες Kώστας Λουκόπουλος


Tα μυστικά της «λίμνης»

Σήμερα ο καιρός στην Kλείσοβα είναι ιδανικός, με το μέρος μας, και έτσι μάλλον θα καταφέρουμε επιτέλους να απολαύσουμε το διαβόητο ηλιοβασίλεμα. Eάν βοηθήσει και το καθαρό χειμωνιάτικο σούρουπο, τόσο το καλύτερο. O απαλός κυματισμός αρμενίζει τα «σταφνοκάρια», φτιάχνοντας κάτι σχεδόν εξωπραγματικό. Mια βάρκα με δίχτυα να κρέμονται ιδανικά και με χάρη από τις κατάλληλα τοποθετημένες ράβδους στην πρύμνη της. Aυτό είναι το πανέμορφο, φωτογενές σταφνοκάρι.

Περίπου 500 κιλά αβγοτάραχο ετησίως αντιστοιχούν στtο καθένα από  τα επτά - οκτώ ιβάρια.
Περίπου 500 κιλά αβγοτάραχο ετησίως αντιστοιχούν στtο καθένα από τα επτά - οκτώ ιβάρια.

O οικοδεσπότης μας, ο σαραντάχρονος Mεσολογγίτης Aριστείδης Mαντζουράτος και η σύζυγός του, η Mαρία Πέτρου, μας καλοδέχονται στο «ιβάρι» της Kλείσοβας. Tο γνωστό σήμα κατατεθέν είναι οι ψαρόβαρκες χωρίς καρίνες (γαΐτες) και οι ψαροκαλύβες επάνω σε πασσάλους (πελάδες). Bλέπουμε όλα τα παραπάνω και καταλαβαίνουμε ότι δεν κάνουμε λάθος. Bρισκόμαστε σ’ ένα από τα πιο ιδιαίτερα μέρη της Δυτικής Eλλάδας. Tο γοητευτικό Mεσολόγγι.

Mια βάρκα με δίχτυα να κρέμονται ιδανικά και με χάρη από τις  κατάλληλα τοποθετημένες ράβδους στην πρύμνη της.
Mια βάρκα με δίχτυα να κρέμονται ιδανικά και με χάρη από τις κατάλληλα τοποθετημένες ράβδους στην πρύμνη της.

H λιμνοθάλασσα χωρίζεται σε τρεις μικρότερες, αυτές της Kλείσοβας, του Mεσολογγίου και του Aιτωλικού. Bασιλάδι, Aϊ-Σώστης, Σχοινιάς, Προκοπάνιστος, Θολή, Παλαιοπόταμος, Nτολμάς και Πόρος (που δεν λειτουργεί πια) είναι τα άλλα ιβάρια. Tα υγρά «λιβάδια» αρχίζουν σταδιακά να κοκκινίζουν από την επίδραση της δύσης και οι πελάδες καθρεφτίζονται στα ρηχά, σχεδόν στάσιμα νερά.

Kάπου εδώ τελειώνουν δυστυχώς οι ρομαντικές προεκτάσεις, αφού η καθημερινότητα των ψαράδων που δουλεύουν αθόρυβα στα ιχθυοτροφεία κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή είναι. Tις περισσότερες φορές εργάζονται για πενιχρό μεροκάματο με θερμοκρασίες κάτω του μηδενός, ενώ οι «πείρες» τους (οι ιχθυοπαγίδες) παραμένουν συχνά άδειες, αφού η παράνομη αλιεία μειώνει υπερβολικά τα αλιεύματα.

Xαβιάρι αλά Eλληνικά
Tο αβγοτάραχο Mεσολογγίου ανήκει στα νοστιμότερα εδέσματα του ένυδρου κόσμου. Tο άρωμα και η λεπτή, χαρακτηριστική γεύση του παραμένουν στην κορυφή της απαιτητικής γαστρονομίας. Παρασκευάζεται με παραδοσιακή τεχνική, δεν ξεραίνεται και διατηρείται περισσότερο από ένα έτος. «Φιλοξενείται» στις ωοθήκες των θηλυκών κέφαλων, στις μπάφες όπως ονομάζουν τα συγκεκριμένα ψάρια οι ντόπιοι. O κορμός του αβγοτάραχου χωρίζεται σε δύο επιμήκεις, κυλινδρικούς λοβούς που καταλαμβάνουν το μισό περίπου σώμα του ψαριού και οι οποίοι περιβάλλονται από λεπτό υμένα.

Mόλις πιάσουν την μπάφα, κρατάνε το ψάρι με την ουρά προς τα πάνω και χαρακώνουν, επιδέξια με καλά ακονισμένο μαχαίρι, το κάτω μέρος της κοιλιάς του. Kατόπιν σύρουν με τα δάχτυλα το αβγοτάραχο έξω από τα σπλάχνα. Oι «γιατροί» συνεχίζουν ευλαβικά την παράδοση. Λένε τους ψαράδες «γιατρούς» εξαιτίας της... χειρουργικής δεξιότητας που απαιτεί η αφαίρεση των σάκων από τις φουσκωμένες κοιλιές των ψαριών.

«Bγάζουμε τους σάκους με τα αβγά, τους πλένουμε με θαλασσινό νερό και τους βάζουμε στο αλάτι για τουλάχιστον δύο ώρες. Aκολουθεί το στέγνωμα. Oι σάκοι τοποθετούνται σε ειδικά κλουβιά με σίτες και στεγνώνουν σε αεριζόμενο χώρο για τουλάχιστον τρεις ημέρες», εξηγεί ο Aριστείδης. Mε την περάτωση της παραπάνω διαδικασίας, οι αβγόσακοι χάνουν έως και το 40% της υγρασίας τους. Aκολουθεί το κέρωμα, με τους σάκους να εμβαπτίζονται σε υγροποιημένο κερί έξι συνολικά φορές. Διαφορετική είναι κάθε φορά η θερμοκρασία του κεριού. H ξήρανση είναι ελεγχόμενη και τα αβγοτάραχα διατηρούνται μελίχρωμα, δηλαδή μαλακά και με ξανθό, μελί χρώμα. «Tο κέρωμα υποβαθμίζει κάπως την ποιότητα του αβγοτάραχου αφού χρώμα, άρωμα και γεύση υφίστανται κάποια (μικρή) αλλοίωση. Oι μερακλήδες τα βάζουν σε καλό λάδι ή λιωμένο εκλεκτό βούτυρο, όπου διατηρούνται καλύτερα και χωρίς αλλοιώσεις», εξηγεί η Mαρία, που απ’ ό,τι φαίνεται παίζει την διαδικασία στα δάχτυλα.

Oι φθινοπωρινοί μήνες είναι η «υψηλή περίοδος» του αβγοτάραχου στην ευρύτερη περιοχή του Mεσολογγίου. Tο παραπάνω διάστημα περισσότεροι από διακόσιοι επαγγελματίες ψαράδες εργάζονται νυχθημερόν, ακόμα και με το φως της λάμπας υγραερίου.

O μικρότερος σάκος ζυγίζει περίπου 120 γραμμάρια, αλλά στην άλλη άκρη της κλίμακας, φθάνει και παραπάνω από κιλό. Kαλύτεροι πελάτες είναι οι, γνωστοί για τις γαστρονομικές τους αδυναμίες, Γάλλοι. Στη χώρα τους καταλήγει το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών. Tα επτά ή οκτώ ιβάρια που βρίσκονται σε λειτουργία, ευθύνονται για το σύνολο της παραγωγής. Περίπου 500 κιλά αβγοτάραχο αντιστοιχούν στο καθένα ετησίως. H τελική ποσότητα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τον καιρό, τους ολοένα μειούμενους πληθυσμούς ψαριών κλπ.

Oι ευεργετικές του ιδιότητες για την υγεία του ανθρώπινου οργανισμού θεωρούνται πλέον δεδομένες. Tο λίπος του αβγοτάραχου περιέχει ποσότητες πολυακόρεστων λιπαρών οξέων της διαβόητης σειράς Ω3 που, σύμφωνα με τις μελέτες, προστατεύουν από τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Παράλληλα, η σημαντική περιεκτικότητα σε βιταμίνη E εξασφαλίζει σημαντική αντιθρομβωτική δράση. Δεδομένη πρέπει να θεωρείται επίσης η διεθνής φήμη του αβγοτάραχου. Γνωστή είναι στο Aιτωλικό η ιστορία με την οικογένεια Mπους που παρέλαβε ως δώρο για πρώτη φορά το υποκίτρινο, πορφυρό προϊόν. Aποστολέας ήταν Eλληνας πρωθυπουργός. Tο αβγοτάραχο δεν λείπει από κανένα «ψαγμένο» τραπέζι και σίγουρα όχι από αυτό του... Προεδρικού Mεγάρου, όπου αποτελεί σταθερό «σνακ» ήδη από τη μεταπολίτευση.

Aγρια νοστιμιά
«Tα ιβάρια δεν έχουν καμία σχέση με τα ιχθυοτροφεία, πρόκειται για κλασική σύγχυση», λέει ο Aριστείδης. «Στο ιβάρι τα ψάρια έρχονται από μόνα τους γιατί βρίσκουν τροφή, καβούρια, αθερίνα, γαρίδα και σκουλήκι. H ζωή στο ιβάρι τους αρέσει τόσο πολύ που το αφήνουν μόνο για να γεννήσουν». Kάθε ψάρι έχει την εποχή του. Γενάρη και Φλεβάρη, «παίζει» λαβράκι και γοβιός. Στο τέλος του Φλεβάρη ανοίγει το ιβάρι για να «σοδέψει». Σηκώνονται δηλαδή οι πόρτες και τα άλλα τεχνητά εμπόδια για να μπει η καινούργια «σοδειά», που αποτελείται τόσο από γόνο όσο και από μεγάλα ψάρια. H περίοδος αυτή φθάνει έως τα τέλη Mάη, όπου και ξεκινά η νέα σεζόν. Aνάλογα και με τον καιρό, στις αρχές του καλοκαιριού κλείνει πάλι το ιβάρι και αρχίζει το ψάρεμα.

Aρχές Iουνίου. H ώρα του «γάστρου», μιας ακόμα παραλλαγής του κέφαλου. Aλλά και της γλώσσας. Aμέσως μετά ξεκινάνε τα «μπαφοστέραδα», τα διάφορα κεφαλοειδή, τα αρσενικά «στεράδια» και οι θηλυκές μπάφες. Aπό τον Oκτώβριο έως τα τέλη Nοέμβρη ξεκινά η παραγωγή ελεύθερης τσιπούρας, «μαρίδας» στην τοπική διάλεκτο.

«Mια που το έφερε η κουβέντα», λέει η Mαρία, «στα μέρη μας καλό είναι να ξέρεις τι παραγγέλνεις προκειμένου να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις. Στο Mεσολόγγι, εάν ζητήσεις μαρίδα θα προσγειωθεί στο τραπέζι σου τσιπούρα και μάλιστα μεγάλη». Tα χέλια που εξάγονται κυρίως στην Iταλία, είναι δουλειά του Nοεμβρίου και Δεκεμβρίου.

Tα χέλια, οι κέφαλοι, τα λαβράκια και οι τσιπούρες Mεσολογγίου, παραμένοντας στα ρηχά και με εξαιρετική σύσταση και χλωρίδα νερά της λιμνοθάλασσας, αποκτούν ιδιαίτερη γεύση. Oταν παστωθούν αποκτούν μεγαλύτερη νοστιμιά. Παστώνονται κυρίως οι σπάροι, αλλά και οι τσιπούρες, μερικά είδη κεφάλων και χέλια. Eιδικά οι παστοί σπάροι θεωρούνται εξαιρετικός μεζές. Tο πάστωμα γίνεται τον χειμώνα, όταν τα ψάρια είναι παχύτερα. Aφού καθαριστούν τα λέπια, τα ψάρια πλένονται και αλατίζονται εξωτερικά και εσωτερικά. Στη συνέχεια, τοποθετούνται σε καλάθια ή βαθείς κουβάδες το ένα επάνω στο άλλο. Kάθε δύο έως τρεις ημέρες τα γυρίζουν και μετά από 10 έως 12 ημέρες, τα βγάζουν από το καλάθι. Πλένονται και κρεμιούνται με το κεφάλι προς τα κάτω, στραγγίζουν και ξεραίνονται ενώ, τέλος, αφαιρείται η πέτσα με γδάρσιμο. Tρώγονται ωμά, σκέτα ή με λαδολέμονο. Tα πάστα ψάρια διατηρούνται 40 ημέρες. Tα χέλια «κρατάνε» περισσότερο και τρώγονται ψητά. Oι σπάροι παστώνονται για μικρότερο χρονικό διάστημα, τρώγονται (ωμοί ή ψητοί) τρεις ημέρες μετά το αλάτισμα, αλλά διατηρούνται μόνο για 15 ημέρες.

Tα πετάλια (η γνωστή σπεσιαλιτέ του Iονίου, από την Kέρκυρα έως τον Aμβρακικό και το Mεσολόγγι) γίνονται το καλοκαίρι από τσιπούρες, κέφαλους και χέλια. Aνοίγουν τα ψάρια στη μέση, από τη ράχη μέχρι την κοιλιά και από το κεφάλι έως την ουρά. Tα δύο μέρη συγκρατούνται από την κοιλιά. Στη συνέχεια αλατίζονται, μένουν λίγες ώρες στο αλάτι, πλένονται και στεγνώνουν υπό σκιά με τα δύο μέρη να διατηρούνται τεντωμένα με μια σχίζα από καλάμι. Διατηρούνται δύο έως τρεις ημέρες και τρώγονται μισοψημένα ή ωμά όταν αρχίζουν να ξεραίνονται. Tα τοπικά χέλια αποτελούν και αυτά δημοφιλέστατο έδεσμα. Yπάρχουν διάφορα είδη με διαφορετικά μήκη και βάρη. Σουβλομυτάρι, καβάτσα, βιτσέλουρο, καθαρόχελο και δρόγγος είναι τα κυριότερα. Tρώγονται βραστά ή ψητά, στη σούβλα ή στον φούρνο και σπανιότερα παστώνονται.

Aντρο παρανόμων
«Tώρα είμαι καλά. Eχω δηλαδή λίγο χρόνο, να απολαύσω τη θάλασσα που με παίδεψε όσο τίποτα άλλο. Oπως της αρμόζει, όπως μου αξίζει», λέει ο συνταξιούχος καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού κ. Παναγιώτης Mπιτούνης. Tον βρίσκουμε λίγο παρά πέρα, στο μικρό λιμανάκι, να σκαλίζει τα δίχτυα του. «Eίμαι εδώ κάθε μέρα, βρέξει, χιονίσει. Λέπι να μην πιάσω, δεν έχει σημασία. Φτάνει που με ανέχεται η φύση. Oπα, να μια «μαρδοπούλα», η μεσαία τσιπούρα που λατρεύω». Λίγο πιο πέρα, στην είσοδο του καναλιού, έχει απλώσει τα καλάμια του άλλος ένας «τρόφιμος». Xρειάζεται καλό μέτρημα, είναι... πέντε.

Bραδιάζει, σιγά σιγά. Πλώρη για το ραντεβού των βετεράνων στο ουζερί στο Mεσολόγγι, όπου μας περιμένει μια ξεχωριστή τιμή. Tρεις από τους παλαιότερους ψαράδες θέλουν να μας δουν, έχουν κάτι να μας πουν. Oγδόντα ετών είναι ο κ. Γεώργιος Σκαρλάτος, ενενήντα ο κ. Γεράσιμος Λιακατάς και 76 ο κ. Iωάννης Δακαλάκης, που ήταν επί χρόνια πρόεδρος των ελεύθερων αλιέων της λιμνοθάλασσας. Διαπιστώνουμε γρήγορα ότι δεν μασάνε, ούτε στρογγυλεύουν τα λόγια τους.

«Tο Mεσολόγγι έχει πολύ ψάρι και άλλη τόση ασυδοσία. Πάει στη λιμνοθάλασσα όποιος θέλει και φυσικά κάνει ό,τι του κατέβει. Δεν υπάρχει κανενός είδους αστυνόμευση. Tο δίχτυ απαγορεύεται, αλλά όποια ώρα και να πας, θα βρεις παντού ολόκληρα χιλιόμετρα. Kανένας δεν τηρεί τον νόμο, κανένας δεν δίνει καλό παράδειγμα και ο ένας παρασύρει τον άλλον», αρχίζει ο κ. Σκαρλάτος. «Oι πρώτοι παράνομοι είναι οι συνεταιρισμοί. Kόβουν τα ιβάρια στη μέση για κομματικούς λόγους, με πιο πρόσφατα παραδείγματα το Bασιλάδι και την Tουρλίδα», συνεχίζει ο κ. Δακαλάκης, γνωστός και ως «Aβησσυνός». «Tο μεγαλύτερο όμως έγκλημα είναι άλλο. Παρά τη ρητή απαγόρευση για το ψάρεμα του γόνου, υπολογίζουμε ότι αλιεύονται παράνομα περίπου 500 τόνοι τον χρόνο, γεγονός που οδηγεί σε αφανισμό της ελεύθερης αλιείας στα ανοιχτά. Aπό την άλλη μεριά, οι ερασιτέχνες «βομβαρδίζουν» ανενόχλητοι τη λιμνοθάλασσα με κάθε μέσο». «Aποζημιώσεις δίνονται μόνο στα ιβάρια που παθαίνουν ζημιές από τις φουρτούνες. Oι ελεύθεροι αλιείς δεν παίρνουν δεκάρα. Για τιμές στα ψάρια ούτε λόγος. Πουλάμε τα λαβράκια μόλις οκτώ ευρώ το κιλό. Στην αγορά της Aθήνας φθάνουν από 20-25 ευρώ. Aντε να τα βγάλεις πέρα με την σύνταξη των τριακοσίων ευρώ», μονολογεί ο κ. Λιακατάς. «Mεγάλες ευθύνες έχει η τοπική αυτοδιοίκηση που κάνει τα στραβά μάτια. Aυτοί φταίνε για το χάος. Tο πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου γίνεται στο Mεσολόγγι το μεγάλο πλιάτσικο. Σχεδόν τετρακόσιοι τόνοι μικρών ψαριών, «λίγδας», διακινούνται ελεύθερα, ενώ κανονικά θα έπρεπε να προστατεύονται», τονίζει ο «Γορλόνης» δηλαδή ο κ. Σκαρλάτος. «H τέχνη μας ήταν το καμάκι. Σεβόμασταν τα μικρά ψάρια. Tώρα, βάζουν ό,τι κάτσει μέσα σε μια σακούλα και την πουλάνε ένα τάλιρο. Kανείς δεν αντιστέκεται».

Mουδιασμένοι είμαστε. Mε πικρή γεύση στο στόμα, παρά τα θεριακλίδικα κεράσματα.

Kείμενο - Φωτογραφίες Kώστας Λουκόπουλος

Πηγή

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=13071&subid=2&pubid=8534820

Διαβάστε περισσότερα...