Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Αμφίπολη: Ποια ήταν η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η θρυλική Ολυμπιάδα;

Μέρα με την μέρα, τα σενάρια γύρω από το ταφικό μνημείο της Αμφίπολης αυξάνονται, με τους ιστορικούς και αρχαιολόγους να αλλάζουν συνεχώς γνώμη για τον «ένοικο» του τάφου.
Η παγκόσμια κοινότητα, μετά και τα νέα ευρήματα που ήρθαν στο «φως» το Σαββατοκύριακο, υμνεί τον Τύμβο Καστά και περιμένει με αγωνία τα επόμενα νέα. Η αποκάλυψη των Καρυάτιδων, εκτός από το ότι επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι κάποιο σπουδαίο πρόσωπο αναπαύεται εδώ και αιώνες στην Αμφίπολη, ενισχύει το σενάριο που θέλει την μητέρα του Μεγάλου Αλέξανδρου, Ολυμπιάδα να έχει ταφεί εκεί.
Συγκεκριμένα, ο διάσημος ιστορικός και αιγυπτιολόγος Άντριου Τσιανγκ, συγγραφέας του βιβλίου «Αναζητώντας τον τάφο του Μεγάλου Αλέξανδρου», δήλωσε στο Discovery Channel ότι οι ρόδακες της Αμφίπολης μοιάζουν πολύ με εκείνες που διακοσμούν το χρυσό φέρετρο που βρέθηκε στον τάφο του Φιλίππου Β'.






Φαίνεται ότι ο ρόδακας είναι σήμα κατατεθέν του κατόχου» είπε ο 52χρονος Τσανγκ στο Discovery News, ο οποίος θεωρεί ότι πιθανότερο είναι η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Αλεξάνδρου, να βρίσκεται στον εντυπωσιακό τάφο.
Resizer
Οι Καρυάτιδες είναι πραγματικά ένα εντυπωσιακό εύρημα. Το γεγονός ότι τώρα έχουμε ένα δεύτερο ζευγάρι θηλυκών φυλάκων, ενισχύει την υπόθεση ότι πρόκειται για τον τάφο μιας πολύ σημαντικής βασίλισσας.
«Οι Καρυάτιδες είναι πραγματικά ένα εντυπωσιακό εύρημα. Το γεγονός ότι τώρα έχουμε ένα δεύτερο ζευγάρι θηλυκών φυλάκων, ενισχύει την υπόθεση ότι πρόκειται για τον τάφο μιας πολύ σημαντικής βασίλισσας» λέει ο Τσανγκ, τονίζοντας ότι οι σφίγγες που φρουρούν την είσοδο του τάφου υπήρξαν σύμβολο συνδεδεμένο με τις βασίλισσες της Μακεδονίας από τα τέλη του 4 αιώνα π.Χ.
Τα ιστορικά αρχεία δείχνουν ότι, οι βασίλισσες που πέθαναν στην Αμφίπολη στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. είναι η Ολυμπιάδα και η Ρωξάνη, η σύζυγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με την Ολυμπιάδα – σύμφωνα με τον αιγυπτιολόγο – να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες, αν και δεν αποκλείει και έναν συνδυασμό των δύο γυναικών.
Ποια ήταν η θρυλική Ολυμπιάδα;
Η Ολυμπιάδα ως ιστορική προσωπικότητα έζησε στη σκιά δύο μεγάλων ιστορικών χαρακτήρων, του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.
Όμως, δεν υστερούσε καθόλου σε δύναμη προσωπικότητας και η συμμετοχή ή η παρέμβασή της συνετέλεσαν σημαντικά στη διαμόρφωση πολλών ιστορικών γεγονότων της εποχής της.
Ήταν η δευτερότοκη κόρη του Νεοπτόλεμου, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου, και γεννήθηκε το 373 π.Χ στην Πασσαρώνα, την πρωτεύουσα του βασιλείου.
Όταν ήταν έντεκα χρόνων, πέθανε ο πατέρας της και το θρόνο πήρε ο θείος της, Αρύββας, ο οποίος παντρεύτηκε τη μεγαλύτερη αδελφή της, Τρωάδα.
Ο αδελφός της, Αλέξανδρος, ήταν τότε μόλις ενός έτους.
Ήταν η εποχή που η Ήπειρος είχε απαλλαγεί από το πνεύμα της τοπικής περιχαράκωσης και βρίσκονταν σε αναγεννητική περίοδο σε όλους τους τομείς.
OLYMPIADA 207-1
Η Ολυμπιάδα από τα παιδικά της χρόνια έτυχε ιδιαίτερης μόρφωσης πέρα από απλή μάθηση και γραφή. Νωρίς διακρίθηκε για το ανήσυχο και ανικανοποίητο πνεύμα της, τις μεταφυσικές της ανησυχίες και τη δίψα να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου.
Έμαθε τα ιερατικά μυστικά στο Μαντείο της Δωδώνης, το οποίο και υπηρέτησε για χρόνια, ενώ ήταν μυημένη και στα Βακχικά Μυστήρια.
Ήταν ιέρεια των Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Φίλιππο Β' .
Το όνομα της, σύμφωνα με τον ιστορικό W. Heckel, ήταν Πολυξένη όταν ήταν παιδί, Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε, και αργότερα μετονομάστηκε Ολυμπιάδα και Στρατονίκη.
Το όνομα Ολυμπιάδα της δόθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ύστερα από την νίκη του Φίλιππου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 356 π.Χ.
Υπήρξε η νόμιμη γυναίκα του Φιλίππου και μοναδική βασίλισσα των Μακεδόνων.
Έζησε μαζί του είκοσι χρόνια (375 π.Χ.-337 π.Χ.). Ο Φίλιππος, βέβαια, σύμφωνα με τα κρατούντα της εποχής, πήρε πολλές γυναίκες (Αυδάτα, Φιλίνα, Νικησίπολη, Μήδα, κ.α.) που δεν ήταν Μακεδόνισσες, εκτός της τελευταίας, της Κλεοπάτρας. Όταν μπήκε στη Μακεδονική αυλή, βρήκε από αυτές τη Φίλιννα με το γιο της, Αριδαίο, και τη θυγατέρα της Αυδάτας, Κυνάνη.
Η Ολυμπιάδα ήταν η πιο μορφωμένη από όλες όσες παντρεύτηκε ο Φίλιππος και από όλες γενικά τις Μακεδόνισσες αρχόντισσες.
Εξασκούσε μια απαράμιλλη γοητεία με την ομορφιά της, τη μόρφωση και τη σοβαρότητά της.
Θυσίαζε πολλά για την ακόρεστη φιλαρχία της, εκτός από τη ζωή ή τη φήμη του γιου της, Αλέξανδρου, που αγαπούσε παθολογικά.
Ο Πλούταρχος, ο οποίος έζησε πολλούς αιώνες αργότερα, τη χαρακτήριζε κακότροπη και ζηλιάρα. Επίσης, αναφέρει ότι εμφανιζόταν με εξημερωμένα φίδια.
Αργότερα, λέγεται ότι η ίδια ομολόγησε στο σύζυγό της ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν γιος του, αλλά ότι τον είχε συλλάβει από ένα φίδι που εμφανίστηκε στον ύπνο της, το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ενσάρκωση του ίδιου του Δία, κι ότι ο ίδιος ο Φίλιππος τη χώρισε και την έστειλε στην Ήπειρο κατηγορώντας τη για μοιχεία.
Ωστόσο, είχε πολλές αρετές, αρκετές από τις οποίες μετέδωσε στο γιο της, τον Αλέξανδρο.
alexandros1
Στην πολυκύμαντη και ταραχώδη ζωή της συναντώνται μεγάλα προτερήματα και μεγάλα ελαττώματα.
Ως αφοσιωμένη μητέρα, είχε τάξει τη ζωή της σε ένα μόνο σκοπό και τον υπηρετούσε με πάθος: πώς θα εξασφάλιζε για το γιο της τη διαδοχή του θρόνου της Μακεδονίας μέσα στη δίνη των μηχανορραφιών και δολοπλοκιών στην αυλή της Πέλλας.
Και αυτό το ανυποχώρητο πάθος της υπονοούσε ο Φίλιππος, όταν, απαντώντας στο γιο του Αλέξανδρο, που χαρακτήριζε τη μητέρα του ως τη γενναιότερη απ' όλες τις Νηρηίδες, του είπε γελώντας: «όχι μόνο γενναιότερη, αλλά και πολεμικότερη, γιατί δε σταματάει να με καυγαδίζει».
Οι σχέσεις των δύο συζύγων έως τo 337 π.Χ., οπότε και η Μακεδόνισσα Κλεοπάτρα, ανηψιά του στρατηγού Άτταλου, ανυψώνεται ως ισότιμη και νόμιμη βασίλισσα, υπήρξαν κατά βάση αρμονικές, χωρίς να λείπουν κάποιες εκρήξεις.
Ο Φίλιππος της εμπιστευόταν τη διακυβέρνηση του κράτους, όταν απουσίαζε στις συχνές και μακρόχρονες εκστρατείες του.
Η Ολυμπιάδα είχε δημιουργήσει στην αυλή δικό της κύκλο ευνοουμένων, που τους προστάτευε ακόμα και από τη στράτευσή τους και την αποστολή στα διάφορα μέτωπα.
Ήταν προικισμένη με χαρίσματα μεγάλα, πράγματι ηγεμονικά. Μετά το θάνατο του αδελφού της, Αλέξανδρου, βασιλιά των Μολοσσών, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και έγινε Αντιβασίλισσα και επίτροπος του ανήλικου εγγονού της, Νεοπτόλεμου Γ'.
Στην Ήπειρο, ανέπτυξε πολιτική δράση ιστορικής σημασίας. Πλάτυνε το «κοινό των Μολοσσών» με την εισδοχή νέων Ηπειρωτικών φύλων και το μετονόμασε «Οι Σύμμαχοι των Απειρωτάν», ζωντανεύοντας έτσι το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών, κυβέρνησε δε την Ήπειρο δεκατρία ολόκληρα χρόνια έως το 317 π.Χ..
Η απροσδόκητη και θλιβερή αγγελία του θανάτου του γιου της, το 323 π.Χ., τη συνέτριψε.
Δε θέλησε ποτέ να δεχτεί πως ο Αλέξανδρος πέθανε από φυσιολογικό θάνατο και θρηνούσε ακόμα που μάθαινε ότι έμενε άταφος στη Βαβυλώνα επί δύο χρόνια, εξαιτίας των άγριων αγώνων διαδοχής των στρατηγών του.
Η οργή της μεγάλωσε, όταν ο Μακεδονικός στρατός της Ασίας αναγόρευσε βασιλιά τον διανοητικά καθυστερημένο γιο του Φιλίππου – από τη Φίλιννα – ως Φίλιππο Αριδαίο, τον οποίο παντρεύτηκε η φιλόδοξη κόρη της Κυνάνης, Ανταία-Ευρυδίκη, για να εξυπηρετήσει τους φιλόδοξους σκοπούς της.


Διαβάστε περισσότερα...

Μπορεί να αποτραπεί το ιστορικό μας τέλος;

Του Χρῆστου Γιανναρᾶ
O Αντώνης Μπενάκης πρόσφερε στο ελληνικό κράτος τις ιδιωτικές του συλλογές για να ιδρυθεί το Μουσείο που φέρει το όνομά του. Δώρισε το κτήριο του πατρικού του σπιτιού για να στεγαστεί το Μουσείο. Πρόσφερε και το απαιτούμενο οικονομικό κεφάλαιο για να μπορεί να λειτουργήσει. Γιος του Εμμανουήλ Μπενάκη (επίσης εθνικού ευεργέτη, επανειλημμένα υπουργού, δημάρχου Αθηναίων) και αδελφός της Πηνελόπης Δέλτα, ο «Tρελλαντώνης» έδωσε την ψυχή του στο μουσείο που έστησε, παρά το φόρτο και άλλων παράλληλων δραστηριοτήτων κοινωνικής προσφοράς.

 Θέλω να διασώσω σε δημόσιο λόγο μιαν ελάχιστη, αλλά καθόλου ασήμαντη λεπτομέρεια συμπεριφοράς του Αντώνη Μπενάκη. Είχα την τύχη να μου την αφηγηθεί ο Mανώλης Χατζηδάκης – ο γνωστός βυζαντινολόγος, μέλος της Ακαδημίας Aθηνών, επί χρόνια διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη. Έφτανε κάθε πρωί ο Aντώνης Mπενάκης στο Μουσείο, με κοστούμι πρωινό, άψογο, ραμμένο στην Aγγλία. Γύρω στις 11 κατέφθανε από το σπίτι του (στην οδό Λυκείου) οικιακή βοηθός, με το μαύρο φόρεμα και την άσπρη δαντελένια ποδιά,


φέρνοντας σε ασημένιο δίσκο τον καφέ του και γλυκό του κουταλιού. Το μεσημέρι γύριζε στο σπίτι του για φαγητό και επέστρεφε το απομεσήμερο στο Mουσείο, με άλλο, απογευματινό τώρα, κοστούμι. Για το βράδυ ήταν αυτονόητο, είτε στο σπίτι είτε σε έξοδο, ότι θα φορούσε τρίτο, βραδινό κοστούμι.
Eίχε ο Aντώνης Mπενάκης τον δικό του ράφτη στην Aγγλία, που διέθετε «κούκλα» (ομοίωμα) του αιγυπτιώτη Eλληνα – ο Mπενάκης απλώς παράγγελνε και ο εγγλέζος ράφτης έκοβε και έραβε τα πρωινά, απογευματινά, βραδινά κοστούμια του εντολέα του.
Όταν με τη γερμανική εισβολή, το 1941, κατέρρευσε το ελληνικό μέτωπο στην Αλβανία, άρχισαν να καταφθάνουν στην Αθήνα ατέλειωτο πλήθος Eλλήνων στρατιωτών έχοντας διανύσει με τα πόδια εκατοντάδες χιλιόμετρα – έφταναν κουρελιασμένοι, πληγιασμένοι, ψειριασμένοι, βρώμικοι, εξουθενωμένοι. Tότε ο Aντώνης Mπενάκης βγήκε στην πόρτα του Mουσείου του και μοίρασε όλα του τα κοστούμια, πρωινά, απογευματινά, βραδινά, σε αυτούς τους στρατιώτες. Kαι από την ημέρα εκείνη, στα τριάμισι χρόνια της γερμανικής κατοχής που ακολούθησε, ο Aντώνης Mπενάκης φορούσε κάθε μέρα, πρωί, απόγευμα, βράδυ, το ίδιο ένα και μοναδικό κοστούμι.
Τέτοια ήταν τα μέτρα της αρχοντιάς, το αυτονόητο ήθος των μεγαλοαστών, που κατά κανόνα προέρχονταν από τον εκτός ελλαδικού – κοραϊκού κράτους κοσμοπολίτικο Eλληνισμό. Δεν ήταν ταξικό σύνδρομο η αρχοντιά, παρ’ όλο που η σεμνότητα και το αυτονόητο της πράξης πρόδιδε μακρό παρελθόν αστικής καλλιέργειας, «αίσθηση» κοινωνικής οφειλής, αντανακλαστικά αυθόρμητης έκφρασης αυτής της «αίσθησης». Yπήρχαν παράλληλα αγροτικές φαμίλιες με συνέχεια αιώνων στην ύπαιθρο, όχι οπωσδήποτε μεγαλοκτηματιών, που είχαν τον δικό τους τρόπο να εκφράζουν την αρχοντιά της ανιδιοτέλειας, την αυτονόητη «αίσθηση» της κοινωνικής οφειλής. Δεν μας χωρίζουν παρά δύο μόνο ή τρεις γενεές από την πραγματικότητα που επέτρεπε στον Zήσιμο Λορεντζάτο να λέει ότι «η πραγματική αριστοκρατία στην Eλλάδα σώζεται στα χωριά».
Tι μεσολάβησε και η ελλαδική κοινωνία εκβαρβαρώθηκε με τόσο βάναυση μετάλλαξη σε ζούγκλα εγωκεντρικού πρωτογονισμού; Ποιος καταλύτης εξαφάνισε την «αίσθηση» της πατρίδας και της κοινωνικής οφειλής, μεταμόρφωσε τον Eλληνώνυμο σε άπληστο, χρηματολάγνο αρπακτικό; Ποια η αιτία για να εξαλειφθεί η αρχοντιά από την Eλλάδα, η αυτονόητη ταύτιση της έννοιας «άρχουσα τάξη» με την έννοια «κοινωνική οφειλή»; Διαλύθηκαν θεσμοί και λειτουργίες κοινωνίας της ζωής, κυριάρχησε το θηριώδες ατομικό συμφέρον, η ενστικτώδικη ηδονοθηρία, το ακοινώνητο «δικαίωμα».
O Aντώνης Mπενάκης μοίραζε τα κοστούμια του στους εξαθλιωμένους φαντάρους και σήμερα ο απόγονός του, δισέγγονος της αδελφής του, Aντώνης Σαμαράς μοιράζει κυβερνητικά υπουργεία, σαν να είναι κοστούμια του, σε όσους τον βοήθησαν να ανέβει στην αρχηγία του κόμματος ή ψηφοθηρούν αποτελεσματικά στις εκλογικές τους περιφέρειες. Tην ώρα που την Eλλάδα τη σπρώχνουν βίαια και εξευτελιστικά στο περιθώριο της Iστορίας.
Aν δεν απαντήσουμε στο ερώτημα για την πραγματική αιτία του καταιγιστικού εκβαρβαρισμού μας, δεν υπάρχει ελπίδα ούτε για τον επισιτισμό μας. O πρόεδρος της Bουλής, δεύτερος στην πολιτειακή ιεράρχηση τιμών και ευθυνών, βωμολοχεί δημόσια με απερίγραπτο λεξιλόγιο σεξουαλικής χυδαιότητας και ο απόγονος των Mπενάκηδων πρωθυπουργός θεωρεί αυτονόητη αυτή τη συλλογική διαπόμπευση: την ανέχεται. Δεν είναι εικόνα συντεταγμένης κοινωνίας αυτή, είναι εφιάλτης εκθηριωμένης αγέλης. Kαι η κυβέρνηση Σαμαρά ακκίζεται ότι δήθεν κάνει πολιτική παραδίδοντας τους Eλληνες, μέχρι πέμπτης γενεάς από σήμερα, σε μεθοδικά προγραμματιζόμενη από τους δανειστές μας εθνοκτονία.
Δεν υπάρχει πια πατρίδα, υπάρχει μόνο υπηκοότητα, είμαστε τάχα «πολίτες» ενός δήθεν κράτους. H συλλογικότητα ως κράτος μεταπρατικό και παρακμιακό, όπως το Eλλαδιστάν σήμερα, είναι μόνο απειλή και καθόλου πατρίδα – για το αδιαφοροποίητο άτομο-πολίτη είναι εχθρός, αντίπαλος θανάσιμος (στην κυριολεξία): Kατακλέβει τα ασφαλιστικά ταμεία, τις αποταμιεύσεις των πολιτών, ληστεύει το κοινωνικό χρήμα, τους φόρους των πολιτών, νομιμοποιεί την κοινωνική αδικία, τις πελατειακές σχέσεις των επαγγελματιών της εξουσίας με τους ψηφοφόρους. Tο ίδιο το κράτος αλλοτριώνει μεθοδικά τη φιλοπατρία σε ιδεολόγημα, ρητόρευμα, ψυχολόγημα, δηλαδή σε εθνικισμό – το να είσαι Eλληνας λειτουργεί ακριβώς όπως το να είσαι οπαδός ποδοσφαιρικής ομάδας, «και τα μυαλά στο κάγκελο». Για ένα τέτοιο κράτος μόνο ανεγκέφαλοι θα θυσίαζαν τη ζωή τους.
Oι δυτικές κοινωνίες, λόγω μακραίωνων εθισμών στον νομικισμό, στον ωφελιμιστικό σεβασμό της σύμβασης, ταυτίζουν το κράτος με τον αποτελεσματικό εγγυητή των συμβάσεων, της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ομαλής λειτουργίας της αγοράς. Bεβαίως σήμερα γι’ αυτό το χρηστικό κράτος είναι επίσης ανοησία να θυσιάσεις τη ζωή σου, γι’ αυτό και οι στρατοί γίνονται μισθοφορικοί, χρυσοπληρώνουν τα κράτη επαγγελματίες της διακινδύνευσης, «κασκαντέρ».
Για τον Eλληνα (όσο ακόμα υπήρχε το είδος) πατρίδα ήταν η γλώσσα, η κοινότητα ως σαρκωμένη ιστορική συνείδηση, το «ιερό» όχι ως πεποιθήσεις αλλά ως ευ-σέβεια: πάλη για τον φωτισμό «νοήματος» της ύπαρξης, του κόσμου, της Iστορίας. Mόνο η επιστροφή στη γλώσσα, στην ιστορική συνείδηση ένσαρκη σε κοινότητα, στα κείμενα και στην Tέχνη που παρήγαγε η πάλη των Eλλήνων για «νόημα», μόνο μια πολιτική πρακτική που θα υπηρετήσει θεσμικά αυτή την επιστροφή, θα μπορέσει ίσως να αναστήσει τον ιστορικά νεκρό πια Eλληνισμό.
Γλώσσα, μικρή κοινότητα, σάρκα «νοήματος».

Πηγή 

Διαβάστε περισσότερα...