Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Έντεκα ονειρεμένες πισίνες σε καιρούς οικονομικής κρίσης.












Φωτογραφίες από μαγευτικές πισίνες, και μια αληθινή ιστορία που έγραψα στο enteka.

Εγώ πήγαινα Λύκειο αλλά, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 η αδερφή μου είχε πετύχει όλα όσα ονειρευόμουν. Eίχε φύγει απ’ τη Θεσσαλονίκη και ζούσε μόνη της στην πρωτεύουσα, στην Αθήνα.

Δούλευε εκεί σε διάφορα πράγματα που με εντυπωσίαζαν, ήξερε διάσημους, έτρωγε με δημοσιογράφους (πόσο ήθελα να ήμουν κι εγώ εκεί, να τους γνωρίσω και να τους πείσω να με ανακαλύψουν και να υποστηρίξουν τα δημοσιογραφικά μου όνειρα), πήγαινε στα γυάλινα εμπορικά κέντρα, μπορούσε να δει όλες τις μεγάλες συναυλίες.

Επίσης έπιανε MTV και άλλα κανάλια που μόνο έπαιζαν τότε μόνο στην Αθήνα, μπορούσε να ακούει τους ραδιοφωνικούς σταθμούς που με ενδιέφεραν, τα μεγάλα δισκάδικα ήταν κοντά στο σπίτι της, όπως και τα περίπτερα με τα σπάνια ξένα περιοδικά - όλα συνέβαιναν κοντά της.

Αυτή δεν εκτιμούσε απαραίτητα αυτά για τα οποία την ζήλευα, εκτιμούσε όμως εμένα κι έτσι κάθε καλοκαίρι είχα την τύχη να την επισκέπτομαι. Είτε έμενε στην Μπουκουβάλα, κοντά στην Αλεξάνδρας ή κοντά στη Μιχαλακοπούλου, κάθε σπίτι της ήταν ένα μέρος ευτυχίας για μένα – είχε τηλεόραση και ραδιόφωνο και τριγύρω όλα αυτά που ήθελα, οι καλοκαιρινές συναυλίες, τα δισκάδικα κλπ.

Μια απ’ τις τελευταίες χρονιές που την επισκέφτηκα είχε φριχτό καύσωνα και τα (έτσι κι αλλιώς ελάχιστα) λεφτά μας είχαν τελειώσει. Δεν μπορούσαμε φυσικά να ταξιδέψουμε ή να πάμε σε παραλίες κι έτσι βράζαμε εκνευριστικά στο ζουμί μας.

Μέχρι που μια μέρα η Τατιάνα συνειδητοποίησε ότι κοντά στο σπίτι της, Αλεξάνδρας με Κηφισίας νομίζω, ήταν ένα μεγάλο πολυώροφο ξενοδοχείο. Το President. Από κάποιον έμαθε πως στην ταράτσα του υπήρχε μια μεγάλη πισίνα. Στο μυαλό μας αυτή η πισίνα πήρε σύντομα μυθικές διαστάσεις – μια λυτρωτική όαση στο κέντρο της ζεματισμένης Αθήνας, δυο λεπτά απ’ το καυτό σπίτι. Η Τατιάνα τους πήρε αλλά απογοητεύτηκε.

«Πρόβλημα. Έχει είσοδο. Μόνο οι ένοικοι του ξενοδοχείου μπαίνουν τζάμπα. Και δε μπορούμε απλώς να πάρουμε ένα αναψυκτικό, πρέπει να πληρώσουμε κανονικά.»

Έχουν περάσει 15 χρόνια και δε θυμάμαι πόσο μπορεί να κόστιζε η είσοδος, ένα πεντοχίλιαρο το άτομο; Λίγο περισσότερο; Τα λεφτά δεν μας έφταναν ούτε για μία επίσκεψη. Το πρωί η αδερφή μου είχε μια μη ανακοινώσιμη λύση.

«Μόλις γυρίσω απ’ τη δουλειά θα πάμε στην πισίνα του ξενοδοχείου. Να είσαι έτοιμος, ΟΚ;»

Το μεσημέρι ήμουν έτοιμος και γεμάτος απορίες. Με το συνομωτικό ύφος που είχε πάντα όταν κατέστρωνε ένα σχέδιο η Τατιάνα μου εξήγησε αποσπασματικά και μπερδευτικά την πρώτη του φάση:

«Χρειαζόμαστε μια μεγάλη σακούλα. Βάλε μαγιό. Οι πετσέτες πού είναι; Όχι θα βάλεις παπούτσια, ντύσου κανονικά.»

Λίγο μετά οι δυο μας, ντυμένοι κανονικά, εγώ με ένα μπλου τζιν και t-shirt κι αυτή με ένα λουλουδάτο φόρεμα, μπήκαμε στο ξενοδοχείο ευχαριστώντας τον πορτιέρη που μας άνοιξε χαμογελαστός. Η Τατιάνα είχε ήδη μελετήσει το εσωτερικό του ισογείου. Αποφύγαμε τη ρεσεψιόν και κατευθυνθήκαμε με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που ξέρουν που πηγαίνουν προς τα ασανσέρ. Θέλαμε να μπούμε μόνοι σ’ ένα ασανσέρ, όμως όλο και κάποιος μας χαλούσε τα σχέδια.

«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησα.

«Μόλις μπούμε μέσα στο ασανσέρ, μόνοι, θα έχουμε ακριβώς τριάντα δευτερόλεπτα», ψιθύρισε αγχωμένη αυτή. «Με το που ξεκινάει βγάζουμε τα ρούχα μας και μένουμε με το μαγιό. Μετά βγάζουμε τις πετσέτες απ’ τη σακούλα και μέσα της βάζουμε τα ρούχα. Τέλος βγάζουμε τα παπούτσια και τα ρίχνουμε κι αυτά στη σακούλα και βάζουμε κατευθείαν τις παντόφλες που φέραμε. Το κατάλαβες;»

«Ναι, όμως, γιατί;»

«Με το που θα βγούμε στην ταράτσα θα μοιάζουμε ένοικοι του ξενοδοχείου, που βγήκαν με το μαγιό τους απ’ το δωμάτιο και πήγαν κατευθείαν στην πισίνα. Όσοι δεν μένουν στο ξενοδοχείο και θέλουν μπάνιο πάνε ντυμένοι στη ρεσεψιόν ντυμένοι και αφού πληρώσουν πάνω αλλάζουν στα αποδυτήρια της ταράτσας.»

«Όμως εμείς;»

«Κανείς δεν θα πιστέψει ότι περπατήσαμε όλη την Κηφισίας σχεδόν γυμνοί, με τις παντόφλες. Άρα θα νομίσουν ότι είμαστε ένοικοι και δεν θα πληρώσουμε.»

«Αυτό είναι είτε το πιο έξυπνο ή το πιο χαζό κόλπο που έχω ακούσει ποτέ στην…»

Το ασανσέρ ήρθε και ήμασταν μόνοι. Ήταν η ευκαιρία μας. Γλιστρήσαμε μέσα, με τη μεγάλη σακούλα στα χέρια μας.

Πάτησα τον όροφο της ταράτσας (νομίζω ο εικοστός;) και κάναμε αυτά που έπρεπε να κάνουμε. Η μουσική του Μπένι Χιλ για τις σκηνές με γρήγορη κίνηση θα ήταν αρκετά ταιριαστή. Ξεντυθήκαμε σβέλτα και καθώς πλησιάζαμε στον εικοστό όροφο ξεφορτωθήκαμε και τα παπούτσια. Τη στιγμή του «ΠΙΝΓΚ!» βγάλαμε τις πετσέτες απ’ τη μεγάλη σακούλα και ρίξαμε μέσα της ό,τι μπορεί να μαρτυρούσε πως πριν από τριάντα δευτερόλεπτα ήμασταν πλήρως ντυμένοι και πως πριν από τρία λεπτά ήμασταν άφραγκοι στο σπίτι κι επιθυμούσαμε μια βουτιά.

Όταν η πόρτα άνοιξε πήραμε ύφος μπλαζέ και παίξαμε το ρόλο μας. Ήμασταν οι πελάτες-ένοικοι που ρίξαμε μια πετσέτα πάνω μας κι ανεβήκαμε για μια γρήγορη βουτιά. Ο υπεύθυνος για τα εισιτήρια δεν μας έδωσε καν σημασία. Κόλλησε μηχανικά τα μάτια του στην πόρτα του ασανσέρ περιμένοντας κάποιον εξωξενοδοχειακό πελάτη που θα έπρεπε να πληρώσει το πεντοχίλιαρο...

Ήταν ένα ωραίο καλοκαίρι στην Αθήνα. Η πισίνα του President φιλόξενη και εντυπωσιακή, τα ποτά (εννοείται πως θέλαμε να αφήσουμε τον οβολό μας με κάποιο τρόπο) δροσιστικά, η θέα κοψοχολιαστική, το μπάνιο όντως λυτρωτικό…

*15 χρόνια μετά.

Ο Άρης δεν έζησε τελικά ποτέ στην Αθήνα και μάλλον του έφυγε κιόλας η όρεξη αφού, ζώντας για χρόνια στο Λονδίνο, χόρτασε από μεγαλουπόλεις. Το εφηβικό του απωθημένο για τις πισίνες έχει ικανοποιηθεί πλήρως μιας και τα τελευταία καλοκαίρια γράφτηκε στη waterland και όταν είναι στην πόλη πηγαίνει κάθε μέρα για μπάνιο στις πισίνες της.

Η Τατιάνα έφυγε απ’ την Αθήνα και ζει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με τον άντρα της και τα δύο δίδυμα κοριτσάκια της. Είναι καθηγήτρια Γερμανικών και υπεύθυνη εκδόσεων.

Τις προάλλες τα δύο αδέρφια πήγαν θερινό σινεμά στην Αρετσού και θυμήθηκαν την ιστορία με την βιαστική μεταμόρφωσή τους στο ασανσέρ του ξενοδοχείου και την επεισοδιακή άφιξή τους στην ταράτσα.

«Σκέφτομαι να γράψω αυτή την ιστορία» είπε αυτός. «Μήπως ντρέπεσαι; Να πω ότι συνέβη με κάποια φίλη μου; Ή να αλλάξω το όνομα;»

«Μπα», είπε αυτή γελώντας με το συμβάν που είχε ξεχάσει τελείως ότι είχε ποτέ συμβεί. «Γράψτο όπως θέλεις. Τι θα ήταν η ζωή χωρίς τα μικροκόλπα του παρελθόντος μας;»

[καλές βουτιές, το bits and pieces θα είναι εδώ, συνέχεια, όλο το καλοκαίρι.]


Πηγή
http://www.lifo.gr/team/bitsandpieces#25768