Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Η αρχέγονη πηγή της αθανασίας

Από τα προϊστορικά χρόνια ο άνθρωπος προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τη θνητότητά του. Έτσι, άρχισε να αναζητά τον μυστικό της αθανασίας των θεών.

Όταν μιλάμε σήμερα για αθανασία, αυτόματα σκεφτόμαστε την αθανασία της ψυχής, δοξασία γνωστή ήδη στον προϊστορικό άνθρωπο. Ο θάνατος ήταν και είναι ο εχθρός που προσπαθούμε να ξεγελάσουμε, και αν το υλικό σώμα πεθαίνει οπωσδήποτε, αναζητούμε την αθανασία στον κόσμο του πνεύματος.

Πριν όμως οι αρχαίοι Έλληνες διατυπώσουν μία θεωρία για τον διαχωρισμό του υλικού σώματος από την άυλη ψυχή, (link Ορφεύς2)πίστευαν απλώς πως κάποια όντα γεννιούνται θνητά και κάποια αθάνατα. Θνητοί ήταν οι άνθρωποι και τα υπόλοιπα όντα του ζωικού βασιλείου. Αθάνατοι ήταν μόνο οι θεοί.

Η πηγή της αθανασίας

Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τους θεούς αθάνατους;

Σύμφωνα με μία από τις αρχαιότερες αντιλήψεις, την αθανασία την αποκτούσαν τρώγοντας κάποια συγκεκριμένη τροφή, όπως αποκαλύπτουν πανάρχαιοι μύθοι.

Στους μύθους αυτούς, η τροφή της αθανασίας σχετίζεται με όμορφους κήπους, δέντρα που φυλάσσονται από ερπετοειδή τέρατα και παράγουν πανέμορφους καρπούς ή κάποια ειδική τροφή που είναι απρόσιτη στους ανθρώπους.

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία οι θεοί έτρωγαν αμβροσία και έπιναν νέκταρ. Και οι δύο λέξεις σημαίνουν το ίδιο πράγμα: «αθανασία»

Η αμβροσία ήταν μία ρευστή τροφή σαν λάδι ή πηχτή σούπα. Εκτός από τροφή, οι θεοί τη χρησιμοποιούσαν και ως μέσο καθαρισμού του σώματος ή ως επάλειψη στο νεκρό σώμα κάποιου σπουδαίου θνητού. Αμβροσία ονόμαζαν και τον κυκεώνα (μίγμα) από νερό, λάδι και διάφορους καρπούς, τον οποίο πρόσφεραν στους θεούς.

Το νέκταρ ήταν ποτό και ο Όμηρος το παρομοιάζει με κόκκινο κρασί. Στην Ιλιάδα, η θεά Θέτις και μητέρα του Αχιλλέα, ρίχνει νέκταρ στα ρουθούνια του νεκρού Πάτροκλου ως μέρος της νεκρικής τελετής.

Ο αρχαιότερος αναζητητής της αθανασίας που γνωρίζουμε είναι ο Γκιλγκαμές (περ. 2.200 π.κ.χ). Ο Βαβυλώνιος ήρωας αναζητά το βότανο της αθανασίας, αλλά ένα φίδι τον εξαπατά και δεν καταφέρνει να βρει τον δρόμο. Στον ινδουισμό η τροφή αυτή λέγεται «αμρίτα» και μόνο ένα ιερό φίδι μπορεί να την εντοπίσει και να την προσφέρει στους θεούς. Σε κείμενα των αρχαίων Αιγυπτίων αναφέρονται οι «σταγόνες των θεών» και για τους Ζωροάστρες της Περσίας η τροφή της αθανασίας λέγεται Σαόμα. Στην αρχαία παράδοση της Κίνας, οι θεοί τρέφονται με τα «ροδάκινα της αθανασίας», ονομασία που μας θυμίζει, τόσο τα «χρυσά μήλα» της σκανδιναβικής μυθολογίας που χαρίζουν αιώνια νεότητα όσο και τα «χρυσά μήλα των εσπερίδων» της ελληνικής μυθολογίας.

Ο κήπος των Εσπερίδων και τα «χρυσά μήλα»

Στην ελληνική μυθολογία οι Εσπερίδες (=δυτικές) είναι νύμφες, τρεις, τέσσερις ή επτά, ανάλογα με τον μύθο. Πατέρας τους ήταν ο Έσπερος, προσωποποίηση του αποσπερίτη, δηλαδή του πλανήτη Αφροδίτη. Το ίδιο άστρο κατά την πρωινή του εμφάνιση ονομαζόταν Εωσφόρος (αυτός που φέρνει το φως). Πατέρας του ήταν ο Κέφαλος, ο οποίος, σύμφωνα με μία παράδοση ήταν γιος του Ερμή, ο οποίος ήταν μεταξύ άλλων ο θεός που οδηγούσε τους νεκρούς στον Κάτω Κόσμο.


Η πρώτη χρυσή μηλιά, ήταν το γαμήλιο δώρο της Γαίας στην Ήρα, όταν αυτή παντρεύτηκε τον βασιλιά των θεών, τον Δία. Η Ήρα τη φύτεψε στον ιερό της κήπο στο όρος Άτλας. Τον κήπο αυτό φρόντιζαν οι νύμφες Εσπερίδες, αλλά επειδή άρπαζαν πότε – πότε κανένα χρυσό μήλο για τον εαυτό τους, η Ήρα έβαλε τον άγρυπνο δράκο Λάδωνα να τυλιχτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου, ώστε να μην το πλησιάζει κανείς.


Αν αυτό που ονόμαζαν οι Έλληνες «χρυσό μήλο» ήταν ο ίδιος καρπός με τα ροδάκινα της αθανασίας των Κινέζων, τότε είναι πολύ ενδιαφέρον που μία ποικιλία ροδάκινων ονομάζονται «νεκταρίνια», λέξη που προέρχεται από το «νέκταρ»! Χρυσόμηλα ονομάζουν οι Κύπριοι τα βερίκοκκα, ενώ ως χρυσομηλιά αναφέρεται σε διάφορες πηγές η πορτοκαλιά. Αν και δεν ήταν γνωστά στην Ευρώπη πριν τον μεσαίωνα, μία παράδοση υποστηρίζει πως τα «χρυσά μήλα» ήταν πορτοκάλια. Η φήμη αυτή ήταν τόσο ισχυρή, που μέχρι σήμερα στην ελληνική γλώσσα τα είδη της οικογένειας citrus ονομάζονται εσπεριδοειδή (από την Εσπερία και τις Εσπερίδες), ενώ το «πορτοκάλι» πήρε το όνομά του από την Πορτογαλία, όπου, κατά μία εκδοχή βρισκόταν ο αρχαίος κήπος της Ήρας.

Κάποιοι πίστευαν πως προϊόν των χρυσών δέντρων του κήπου των Εσπερίδων ήταν η αμβροσία. Ένας πανέμορφος αετός συνοδευόμενος από λευκά περιστέρια τα μετέφερε στον Όλυμπο για να τραφούν οι θεοί.


Ο δρόμος προς την αθανασία

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία όμως, αθάνατοι είναι μόνο οι θεοί, εκτός αν παραβούν κάποιον όρκο. Τότε, χάνουν την πρόσβαση στην ιερή τροφή και είναι αναγκασμένοι να υπάρχουν σε μία μόνιμη κατάσταση απόλυτης παραλυσίας, όπως λέει ο Ησίοδος στη «Θεογονία».

Ο άνθρωπος όμως πλάστηκε θνητός, και όπως είπε και ο φιλόσοφος Μητρόδωρος «Για όλα τ’ άλλα μπορούμε να αποκτήσουμε ασφάλεια, ως προς τον θάνατο όμως όλοι κατοικούμε σε πόλη χωρίς τείχη».

Η καλύτερη κατάσταση την οποία βίωσε ποτέ το ανθρώπινο γένος, ήταν μία πρώιμη «χρυσή εποχή», κατά την οποία οι άνθρωποι ζούσαν πολλά χρόνια και πέθαιναν ειρηνικά στον ύπνο τους. Ακόμα κι όταν ο Ηρακλής θανάτωσε τον δράκοντα που φρουρούσε τον κήπο των Εσπερίδων, οι άνθρωποι δεν απέκτησαν την αμβροσία.

Αν και οι αρχαίοι Έλληνες ήταν εντυπωσιακά εξοικειωμένοι με την ιδέα του θανάτου και οι θεοί που λάτρευαν ούτε απαιτούσαν υπακοή ούτε υπόσχονταν αθανασία, από τον 6ο αιώνα και μετά, μαζί με την ανάπτυξη της ορθολογικής σκέψης, ενισχύεται και η ανάγκη για μεταφυσική αναζήτηση. Οι ιδέες του Ορφέα περί μετεμψύχωσης, τα μυστήρια της Ελευσίνας και, αργότερα, η περί ψυχής φιλοσοφία του Πλάτωνα θα χαράξουν νέο δρόμο σε αυτή την αναζήτηση. Έναν δρόμο στον οποίο το πνεύμα του ανθρώπου μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του θανάτου, αρκεί να απαλλαγεί από το βάρος της ύλης.

Αν το κατορθώσει αυτό, λέει ο Πλάτων, τότε η ψυχή θα κατακτήσει την Αρετή και θα τραφεί με νέκταρ και αμβροσία.

Πηγή