Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Οι Έλληνες θρηνούν... στα σούπερ μάρκετ

Μπορεί στην Ελλάδα να έχει συντελεστεί ήδη μια εσω­τερική υποτίμηση της τάξης του 23% και η χώρα να οδεύει για το 26% του χρόνου, μπορεί η ύφεση και η ανεργία να χτυπούν το ένα ρεκόρ με­τά το άλλο, αλλά οι πανύψηλες τιμές των προϊόντων και η ακρίβεια των υπη­ρεσιών δεν υποχωρούν με τίποτα. 

Σε αντίθεση με την ελπίδα του κό­σμου ότι τα αλλεπάλληλα κουρέματα σε αποδοχές κάθε είδους θα συνδυ­άζονταν με ένα αντίστοιχο «μάζεμα» και στο κόστος της καθημερινότητας, αυτό δεν συμβαίνει. Το ίδιο άλλωστε έχει παρατηρηθεί σε όλες τις χώρες που έχουν αντιμετωπίσει προβλήματα ελλειμμάτων και χρέους (χρεοκοπίας δηλαδή) σε συνδυασμό με ύφεση.

 Το κόστος ζωής παραμένει υψηλό τόσο για ρεαλιστικούς λόγους όσο και για τεχνητούς, που αποσκοπούν στην ευκολότερη διαχείριση των μαζών. Δι­ότι, κακά τα ψέματα, όταν αποφασίζεις να φέρεις τα πάνω κάτω σε μια χώρα, δεν μπορείς να αφήσεις τον κόσμο με γεμάτο στομάχι... Αντιθέτως, ο κόσμος θα πρέπει να φοβάται για την επόμε­νη ημέρα. Και η ακρίβεια μπορεί να προκαλέσει φόβο. Ειδικότερα για την ελληνική περίσταση, η ακρίβεια και οι υψηλές τιμές, που διατηρούνται, οφείλονται σε τρεις κεντρικούς λόγους:



- Το υψηλό κόστος χρήματος και δανεισμού, που καθιστά ακριβή την ελ­ληνική παραγωγή, ακόμη ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα και αναγκά­ζει τους εισαγωγείς να λειτουργούν σε συνθήκες προ κοινού νομίσματος.
- Την άγρια φορολογία, από τα καύσι­μα μέχρι τον ΦΠΑ, που αυξάνει τις τε­λικές τιμές των προϊόντων.
- Τη δράση των πιο παθογενών στοι­χείων της ελληνικής αγοράς, και κυ­ρίως των καρτέλ, που σε ρόλο σύγ­χρονων μαυραγοριτών συνεχίζουν να πλουτίζουν και να κερδοσκοπούν στην πλάτη του ελληνικού λαού.
Εάν το υψηλό κόστος χρήματος «προκύπτει» από την κατάσταση στην οποία οδήγησαν οι τελευταίες κυβερ­νήσεις την οικονομία, ενώ η άγρια (και άδικη) φορολογία προέκυψε ως (λαν­θασμένο) αντίδοτο για να προκύψουν κρατικά έσοδα, τα καρτέλ και τα «κόλ­πα» στα οποία συστηματικά προσφεύ­γουν διάφορες επιχειρήσεις για να συντηρούν τα υπερκέρδη τους, είναι η πιο καταδικαστέα πρακτική.

Πρακτική Νοτίου Αμερικής
Τα ελληνικά καρτέλ μπορεί να μην έχουν σχέση με τις συμμορίες της Νο­τίου Αμερικής και τους βαρόνους των ναρκωτικών, αλλά στην πράξη λει­τουργούν με παρόμοιο τρόπο, αφού προχωρούν σε (γκανγκστερικές) συμ­φωνίες κάτω από το τραπέζι για να διατηρούν τις τιμές διαφόρων προϊό­ντων σε συγκεκριμένα υψηλά επίπε­δα, και τα δικά τους κέρδη ακόμη υψη­λότερα.
Έτσι, παρά τη βαθιά ύφεση και τη μείωση των εισοδημάτων, οι τιμές τό­σο στα είδη βασικής ανάγκης όσο και γενικότερα στην αγορά παραμένουν σε αδικαιολόγητα ύψη – και σε μερι­κές περιπτώσεις έχουν αυξηθεί σημα­ντικά λόγω των ολιγοπωλιακών πρα­κτικών που επικρατούν σε κύριους κλάδους της αγοράς με έμφαση τα καύσιμα και τα τρόφιμα.
Στην ελληνική αγορά είναι εμφανείς τους τελευταίους μήνες οριζόντιες και κάθετες συμπράξεις, οι στρατηγικές εταιρικές πρακτικές, η διασύνδεση προϊόντων και η κατάχρηση δεσπόζου­σας θέσης από επιχειρήσεις, οι οποίες επιβάλλουν τους δικούς τους όρους εκμεταλλευόμενες τον όγκο τους και τα μερίδια της αγοράς που ελέγχουν. Όσο μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς ελέγχουν οι εταιρείες που βρίσκονται σε συνεννόηση, τόσο πιο εύκολο είναι το παιχνίδι τους...
Ίσως η πιο γνωστή περίπτωση λει­τουργίας καρτέλ στην Ελλάδα να ήταν αυτή του γάλακτος. Ήταν το 2006, όταν η Επιτροπή Ανταγωνισμού «τσίμπησε» 17 μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες, αλλά και προμηθευτές, παραγωγούς (ακόμα και τα σούπερ μάρκετ) να στήνουν τις τιμές στο γάλα περίπου όπως οι «πα­ράγκες» στο ποδόσφαιρο έστηναν τα αποτελέσματα των αγώνων...
Σήμερα το ελληνικό φρέσκο γάλα παραμένει ακριβό, ενώ τα οικονομικά πολλών εταιρειών που ασχολούνται στη συγκεκριμένη βιομηχανία είναι τόσο αρνητικά, που σύντομα θα έρθουν αναγκαστικές συγχωνεύσεις στον κλά­δο. Αποτέλεσμα; Ακόμη πιο ακριβό γά­λα λόγω της έλλειψης ανταγωνισμού.
Ένα άλλο παραδοσιακό πεδίο λει­τουργίας καρτέλ είναι τα καύσιμα. Ενώ η τιμή της βενζίνης δεν συνδέεται άμε­σα με την τιμή του αργού πετρελαί­ου, οι εταιρείες πετρελαιοειδών ή και οι χονδρέμποροι, παρ’ ότι αγοράζουν φθηνά από τα διυλιστήρια, πωλούν ακριβότερα στον καταναλωτή μόλις το βαρέλι του πετρελαίου ανέβει έστω και μερικά σεντς. Αποτέλεσμα, η επι­βάρυνση για τον καταναλωτή.
Τα καύσιμα βέβαια είναι ένα πολύ ιδιαίτερο πεδίο, καθώς, εκτός από τη δράση των ιδιωτικών καρτέλ, πλήττε­ται και από τα καρτέλ του... κράτους. Σήμερα, με τους φόρους στο κάθε λί­τρο της βενζίνης να ξεπερνούν το 50% της αξίας που πληρώνει ο καταναλω­τής, γίνεται αντιληπτό το παιχνίδι που μπορεί να παιχτεί...
Ιδού πώς λειτουργεί το διπλό παι­χνίδι στα καύσιμα, με μέση τιμή αμόλυβδης στα 1,81 ευρώ το λίτρο: Η τιμή διυλιστηρίου είναι 0,71 ευρώ το λίτρο (39,2%), οι κρατικές εισφορές 0,68 (37,8%) και ένα κέρδος για το πρατή­ριο συν άλλα έξοδα 0,07 (4,3%). Στην τιμή αυτήν των 1,476 επιβάλλεται και ΦΠΑ 23%. Δηλαδή άλλο ένα 18,7%. Άρα το κράτος βάζει στο ταμείο του από φόρους και ΦΠΑ το 56% της τιμής της αντλίας, ενώ στο υπόλοιπο που κα­θορίζεται από τις διεθνείς τιμές πετρε­λαίου (Platts) παίζουν οι έμποροι...
Το κακό όμως με τα καύσιμα είναι ότι η άγρια φορολογία, που εκτίνα­ξε τις τιμές σε εξωπραγματικά επίπε­δα, όχι μόνο δεν αποφέρει καρπούς (1.000 και πλέον πρατήρια έκλεισαν από το 2010, ενώ τα κρατικά έσοδα μειώθηκαν λόγω της μείωσης της κατανάλωσης), αλλά δημιουργεί και πα­ρενέργειες σε ολόκληρη την αγορά.
Τα καύσιμα, ιδιαίτερα σε μια χώ­ρα στην οποία το εμπόριο στηρίζεται σε οδικές μεταφορές, επηρεάζουν την τελική τιμή όλων των προϊόντων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη με­γάλη εξάρτηση από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και την αδυναμία πάταξης του λαθρεμπορίου, οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρα­σμα: Η υψηλή τιμή στα καύσιμα, πρα­κτικά και απλά, ευνοεί τη διατήρηση της ακρίβειας!
Γενικότερα, σε όλα τα επίπεδα όπου παρατηρείται ολιγοπωλιακή διάρθρω­ση της αγοράς χονδρικού και λιανικού εμπορίου ή ειδικές συνθήκες, είναι εύκολες οι μυστικές συμφωνίες. Πιο πρόσφατο παράδειγμα το «καρτέλ» στην αγορά κοτόπουλου που εντόπισε η Επιτροπή Ανταγωνισμού ή το καρτέλ στο χονδρεμπόριο των νωπών οπω­ροκηπευτικών που «έπιασε» η Γενική Γραμματεία Εμπορίου.

Πηγή